Friday, August 20, 2010

Το άνθισμα των υποκειμενικοτήτων: επανεξετάζοντας τον ανταγωνισμό μέσα στην Έρημο της Κρίσης

του Ian Paul, 2010, Institute for anarchist studies

Μετάφραση- Επιμέλεια: Θοδωρής Σάρας

[http://anarchiststudies.org/node/482 Ανάκτηση 19/8/2010 12:35 μμ]

Πώς οι διαδηλώσεις στο Πίτσμπουργκ προεικόνισαν νέα μοντέλα αντίστασης στη Βόρεια Αμερική [1]

[για την ιστορία οι διαμαρτυρίες ενάντια στη σύνοδο κορυφής των G20 έγιναν το Σεπτέμβρη του 2009.]



Κατά την τελευταία δεκαετία, βιώσαμε την κατάρρευση και διάλυση των κινημάτων αντίστασης ευρύτερης βάσης μέσα στις Ενωμένες Πολιτείες Αμερικής. Το κίνημα της αντιπαγκοσμιοποίησης σε μεγάλο βαθμό διαλύθηκε από τα ρεύματα της καταστολής που ακολούθησαν την ανάδυση των μηχανισμών ασφαλείας μετά την 11 Σεπτεμβρίου. Αμέσως μετά, το αντιπολεμικό κίνημα, που προηγήθηκε της εισβολής στο Ιράκ και έδωσε κίνηση στις κοινωνικές μηχανές από την μία άκρη του κόσμου στην άλλη, θρυμματίστηκε κάτω από το βάρος της αποτυχίας του να αποτρέψει τον πόλεμο.

Η κατάρρευση των οικονομικών και πολιτικών μοντέλων που έχουν προσδιορίσει τις πρώτες ανάσες του 21ου αιώνα, συνοδεύτηκαν από την κατάρρευση της ικανότητας μας να είμαστε ανταγωνιστικοί και να δρούμε ενάντια σε τέτοια συστήματα. Παρόλα αυτά δύο βασικά μοντέλα συνέχισαν να είναι ενεργά από τους αντιεξουσιαστές και αντικαπιταλιστές στις Ενωμένες Πολιτείες (Ε.Π) – το οργανωτικό μοντέλο (που αντλεί τη δομή του από τις κολλεκτίβες του Ισπανικού εμφύλιου) και το μοντέλο των διαμαρτυριών κορυφής. (που προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από τα αυτόνομα κινήματα της δεκαετίας του 80 και του 90.) Καθώς ο καπιταλισμός σκοντάφτει και τραυλίζει και οι δομές του παγκοσμιοποιούνται και μετασχηματίζονται, η ριζοσπαστική “αριστερά” έχει συνεχίσει να λειτουργεί μέσα σε αυτά τα αποτυχημένα μοντέλα που σε μεγάλο βαθμό έχουν γίνει αναποτελεσματικά.

Η κατάρρευση αυτών των μοντέλων δεν πρέπει ωστόσο να μας τρομάζει. Είναι μέσα στα μπάζα αυτών των τροχιών που αρχίζουμε να βρίσκουμε τα άνθη των νέων ανταγωνισμών μέσα στους οποίους σκηνοθετούμε τη σύγκρουση και την πάλη. Ενώ οι αγώνες του παρελθόντος είχαν κύρια εγχειρηματοποιηθεί μέσα στις παραδοσιακές νεωτερικές υποκειμενικότητες (όπου αρχικά διατυπώθηκαν κυρίως από τον Μαρξ και έπειτα επαναδιατυπώθηκαν από τους θεωρητικούς του φεμινισμού και των πολιτικών της ταυτότητας), νέες υποκειμενικότητες έχουν αρχίσει να αναπτύσσονται, που μπορεί να μας προσφέρουν διαφορετικές ταυτότητες προς τις οποίες θα κινηθούμε.­

Saturday, August 07, 2010

Βιομηχανική κολλεκτιβοποίηση κατά τη διάρκεια της Ισπανικής Επανάστασης

[Ανακτήθηκε από: http://libcom.org/library/industrial-collectivisation-spanish-revolution-hogan]
του Deirdre Hogan
Μετάφραση – επιμέλεια: Θοδωρής Σάρας




Αν και ήταν στην ύπαιθρο όπου έλαβε χώρα η μεγαλύτερη αναρχική κοινωνικοποίηση, η επανάσταση έγινε στις μεγάλες και μικρές πόλεις. Σε αυτή την περίοδο σχεδόν 2 εκατομμύρια από τον συνολικό πληθυσμό των 24 εκατομμυρίων εργαζόταν στη βιομηχανία, 70% των οποίων συγκεντρωνόταν στην περιοχή της Καταλωνίας. Εκεί μέσα σε ώρες από τη φασιστική επίθεση οι εργάτες κατέλαβαν υπό τον έλεγχο τους 3000 επιχειρήσεις. Αυτό συμπεριλάμβανε όλες τις υπηρεσίες δημοσίων μεταφορών, ναυσιπλοΐα, ηλεκτρικές και εταιρείες ενέργειας, εργασίες αερίου και νερού, εργοστάσια μηχανών και αυτοκινήτων, ανθρακωρυχεία, τσιμεντοβιομηχανίες, κλωστοϋφαντουργίες και βιομηχανίες χαρτιού, ηλεκτρικών και χημικών προϊόντων, εργοστάσια υαλοποιίας και αρωματοποιίας, τροφίμων και μπυραρίες.

Σε αυτές τις βιομηχανικές περιοχές έγιναν κάποιες από τις πρώτες κολλεκτιβοποιήσεις. Παραμονή του στρατιωτικού πραξικοπήματος κηρύχτηκε από την CNT γενική απεργία. Όμως μόλις τελείωσε η πρώτη περίοδος της σύγκρουσης ήταν καθαρό ότι το επόμενο ζωτικό βήμα ήταν η συνέχιση της παραγωγής. Πολλοί από τους αστούς που συμπαθούσαν τον Φράνκο μετά την ήττα των στρατιωτικών δυνάμεων το σκάσανε. Αμέσως τα εργοστάσια και τα εργαστήρια τους καταλήφθηκαν και λειτούργησαν από τους εργαζόμενους. Κάποιες άλλες μερίδες των αστών ήταν απρόθυμες να κρατήσουν τα εργοστάσια ανοιχτά και κλείνοντας τα προσπάθησαν να συνεισφέρουν έμμεσα στο στόχο του Φράνκο. Κλείνοντας τα εργοστάσια και τα εργαστήρια θα οδηγούσαν σε μεγαλύτερη ανεργία και φτώχεια, που θα μπορούσε να βοηθήσει τον εχθρό. “Οι εργάτες το κατάλαβαν ενστικτωδώς, και ίδρυσαν σχεδόν σε όλα τα εργαστήρια, επιτροπές ελέγχου, που είχαν ως σκοπό να επιτηρούν την πρόοδο της παραγωγής, και να ελέγχουν την οικονομική θέση του ιδιοκτήτη κάθε εγκατάστασης. Σε πολλές περιπτώσεις, ο έλεγχος πέρασε γρήγορα από την επιτροπή ελέγχου, σε μία επιτροπή διαχείρισης, όπου ο εργοδότης συμμετείχε και αμοιβόταν με τον ίδιο μισθό. Με αυτόν τον τρόπο ένας αριθμός εργοστασίων και εργαστηρίων στην Καταλωνία πέρασε στα χέρια των εργατών, που συμμετείχαν σε αυτά.” [1]

Επίσης ήταν μεγάλης σημασίας να δημιουργηθεί χωρίς καθυστέρηση, η πολεμική βιομηχανία με σκοπό να τροφοδοτεί το μέτωπο και να ξανακινήσει το σύστημα μεταφορών προκειμένου πολιτοφύλακες και εφόδια να φτάνουν στο μέτωπο. Επομένως οι πρώτες απαλλοτριώσεις βιομηχανιών και δημόσιων υπηρεσιών έγιναν για να εξασφαλίσουν τη νίκη απέναντι στο φασισμό, με τους αναρχικούς αγωνιστές να αποκτούν πλεονέκτημα της κατάστασης, για να την σπρώξουν άμεσα προς τους σκοπούς της επανάστασης.

Friday, August 06, 2010

Εργατική διαχείριση στο Δημόσιο Σύστημα Μεταφορών, 1936-1939 στη Βαρκελώνη

του Tom Wetzel
[Ανάκτηση από http://www.uncanny.net/~wetzel/barcelonatransit1936.htm]

Μετάφραση- Επιμέλεια: Θοδωρής Σάρας




Η ιστορία της εργατικής διαχείρισης του συστήματος μεταφορών στη Βαρκελώνη,,στη δεκαετία του 30,κατά τη διάρκεια της επανάστασης και του ισπανικού εμφύλιου είναι η επιβεβαίωση της ικανότητας του κόσμου της εργασίας να διαχειριστεί άμεσα τις βιομηχανίες στις οποίες εργάζεται.

Στα χρόνια που προηγήθηκαν και οδήγησαν στην επανάσταση του 1936 έγιναν δριμύτατοι αγώνες των εργατών - όπως η μεγάλη αλλά ηττημένη απεργία των τραμ το 1935. Ένας αριθμός των αγωνιστών ηγετών της απεργίας είχε μπει στη φυλακή. Με τη νίκη των ελευθεριακών και σοσιαλδημοκρατών στις εθνικές εκλογές του Φεβρουαρίου του 1936, οι φυλακισμένοι συνδικαλιστές απελευθερώθηκαν, και οι εργάτες του συστήματος μεταφορών της Βαρκελώνης άρχισαν να ξαναχτίζουν το σωματείο τους, το οποίο είχε παίξει σημαντικό ρόλο στην πόλη κατά τη διάρκεια των επαναστατικών γεγονότων του '36.

Το 1936 το κύριο μέρος του μεταφορικού συστήματος της Βαρκελώνης ήταν κομμάτι ενός μεγάλου σιδηρόδρομου τραμ, που λειτουργούσε από την εταιρεία με την επωνυμία “Τραμ Βαρκελώνης” (Tranvias de Barcelona), και ανήκε σε Βέλγους επενδυτές. Η εταιρεία λειτουργούσε 60 γραμμές, που διασταύρωναν διασχίζοντας την πόλη μέχρι και τα κοντινά προάστια. Από τους 7.000 εργάτες της εταιρείας στο '36, οι 6.500 ανήκαν στο Σωματείο Μεταφορών της Εθνικής Ομοσπονδίας Εργασίας, γνωστής από τα ισπανικά αρχικά CNT. Η CNT ήταν μία ελευθεριακή συνδικαλιστική εργατική οργάνωση. Το Σωματείο Μεταφορών ήταν μία υψηλά δημοκρατική οργάνωση, που λειτουργούσε μέσω των συνελεύσεων των εργατών (γενικές συσκέψεις) και των συμβουλίων των εκλεγμένων εκπροσώπων τους (delegados). Για έναν συνδικαλιστή το σωματείο ήταν μέρος ενός επαναστατικού κοινωνικού κινήματος, που σκόπευε οι εργαζόμενοι να πάρουν άμεσα τη συλλογική διαχείριση των εργοστασίων, αντικαθιστώντας τα αφεντικά και τους καπιταλιστές επενδυτές, για να δημιουργήσουν μία οικονομία βασισμένη στην κοινή ιδιοκτησία της βιομηχανίας από όλη την κοινωνία.

Σε απάντηση των μεγάλων κινητοποιήσεων και απεργιών των Ισπανών εργατών, οι κεφαλές του ισπανικού στρατού, με την άμεση υποστήριξη της καπιταλιστικής ελίτ, προσπάθησαν να ρίξουν την ελευθεριακή κυβέρνηση, που ξεκίνησε τις εργασίες της στις 19 Ιουλίου του 36, για να συντρίψουν το ριζοσπαστικό εργατικό κίνημα της χώρας. Συνδικαλιστικές ομάδες άμυνας με την υποστήριξη της βάσης της αστυνομίας ανταπάντησαν, νικώντας αρχικά τον στρατό στα δύο τρίτα της χώρας. Τα εργατικά σωματεία δημιούργησαν στη συνέχεια το “Λαϊκό στρατό” για να πολεμήσουν τον φασιστικό ισπανικό στρατό. Στις μέρες που ακολούθησαν την ήττα του στρατού τις Βαρκελώνης, τα σωματεία κινήθηκαν προς την απαλλοτρίωση των περισσότερων βιομηχανιών και τη δημιουργία νέων οργανώσεων άμεσης εργατικής διαχείρισης.

Wednesday, August 04, 2010

Οι κολλεκτίβες στην Επαναστατική Ισπανία

[Ανάκτηση από: http://flag.blackened.net/revolt/spain/coll_l.html, 1/8/2010]

του Lucien

Μετάφραση: Θοδωρής Σάρας



Η ισπανική επανάσταση ξεκίνησε ως επακόλουθο ενός αποτυχημένου ισπανικού πραξικοπήματος από τον Στρατηγό Φράνκο στις 18 Ιουλίου του 1936. Το πραξικόπημα υποστηρίχθηκε από συντηρητικές μερίδες του μεγάλου κεφαλαίου και της Εκκλησίας, και απέτυχε στο μεγαλύτερο μέρος της Ισπανίας καθώς αντιμετώπισε την ένοπλη αντίσταση των εργαζόμενων και των αγροτών, που οργανώθηκαν κύρια από το μεγάλο αναρχοσυνδικαλιστικό σωματείο, της Εθνικής Ομοσπονδίας Εργασίας (CNT), “Μέσα σε ώρες από την επίθεση του Φράνκο οι αναρχικοί εργαζόμενοι και αγρότες απέκτησαν άμεσο έλεγχο πάνω στα χωράφια, τις πόλεις, τα εργοστάσια και τα δίκτυα κοινωνικών υπηρεσιών και μεταφορών” (Breitbart 1979a: 60, επίσης Geurin 1970: 130-1) Αυτό ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της δύναμης του μαζικού αναρχοσυνδικαλιστή- εργαζόμενου και του αγροτικού κινήματος (Amsden 1979, Breitbart 1979a) ανάμεσα στους οποίους, όπως παρατηρούσε ένας Γερμανός, “το πρόβλημα της κοινωνικής επανάστασης συζητιόταν διαρκώς και συστηματικά στα σωματεία τους και τις συναντήσεις των ομάδων, στα κείμενα τους, τα φυλλάδια τους και τα βιβλία τους. (στο Geurin 1970: 121) Η CNT η οποία είχε την υποστήριξη της πλειοψηφίας των εργαζόμενων και των αγροτών, προσδιόριζε ως στόχο της τον “ελευθεριακό κομμουνισμό” ένα πρόγραμμα το οποίο καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό στο πρόγραμμα της Σαραγόσσα το Μάη του 1936. Για λόγους χώρου δεν θα προχωρήσουμε στη συζήτηση αυτού και άλλων εγγράφων της CNT, αλλά αρκεί να επισημάνουμε ότι η CNT ακολούθησε την παράδοση του αναρχοκομμουνισμού όπως περιγράφηκε και πιο πάνω. (για λεπτομέρειες του προγράμματος δες Geurin 1970: 121-6 και Guillen 1992: 8-11).



Ανάμεσα στον Ιούλη του 1936 και τον Ιανουάριο του 1938, τουλάχιστον δύο χιλιάδες αυτοδιαχειριζόμενες αγροτικές κολλεκτίβες διαμορφώθηκαν, σε δεκαπέντε εκατομμύρια acres απαλλοτριωμένης γης (ένα άκρ είναι περίπου 4 στρέμματα) και εφτά με οχτώ εκατομμύρια ανθρώπων επηρεαζόταν άμεσα ή έμμεσα από την κολλεκτιβοποίηση του 60% περίπου της ισπανικής γης (Breitbart 1979a: 60). Η κολλεκτιβοποίηση ήταν εθελοντική, και συνήθως ακολουθούσε τη σύσκεψη κάποιου χωριού όπου λάμβαναν την απόφαση της συγκέντρωσης των χωραφιών, των εργαλείων της παραγωγής, και της γης που καταλάμβαναν από τους κτηματίες, σε μία ενιαία παραγωγική μονάδα. Οι τεχνίτες, οι κουρείς και άλλοι μη εργάτες γης ομαδοποιούνταν επίσης σε κολλεκτίβες. (Geurin 1970) Μέσα σε μία τέτοια μονάδα, η γη χωριζόταν σε τεχνική βάση, ανάμεσα σε ομάδες εργασίας (brigada) των δέκα-δεκαπέντε ανθρώπων. Στην μπριγάδα, οι λιγότερο ευχάριστες εργασίες μοιραζόταν και γινόταν κυκλικά, ενώ κάθε άτομο ενθαρρυνόταν να εκτελέσει κάποια εργασία (ες) στην οποία είχε κάποια ικανότητα. (Breitbart 1979b, Geurin 1970) Επιτροπές διαχείρισης αποτελούμενες από μέλη που εναλλασσόταν κυκλικά στις θέσεις της, εκλεγόταν για να επιτηρούν τις οικονομικές και κοινωνικές δραστηριότητες της κολλεκτίβας, ενώ γινόταν μηνιαίες γενικές συνελεύσεις εργατών και μη – εργατών προκειμένου να επιθεωρήσουν τα σχέδια της παραγωγής, να αξιολογήσουν την πρόοδο και να επανασχεδιάσουν τα στάδια της παραγωγής. (Breitbart 1979b, Geurin 1970) Παντού κανένα καθήκον δεν έδινε υπεροχή πάνω σε άλλους, και κανένα μέλος δεν πληρωνόταν για την διευθυντική εργασία. Στις περισσότερες κολλεκτίβες, η πληρωμή γινόταν σύμφωνα με την ανάγκη, σε όλα τα μέλη εξασφαλιζόταν τροφή, ντύσιμο και κατοικία (Breitbart 1979b). Τα αγαθά αυτά εξασφαλιζόταν μέσω εκλεγμένων επιτροπών καταναλωτών, που οργάνωναν τα αποθέματα και την κατανομή τους μέσω “συνεταιριστικών αποθηκών” πολλές από τις οποίες τοποθετήθηκαν σε παλιές εκκλησίες. Γενικότερα εκκλησίες, μοναστήρια, παλιά στρατόπεδα και αρχοντικά μετατράπηκαν σε σχολεία, σινεμά, βιβλιοθήκες γκαράζ, γηροκομεία ή νοσοκομεία. (εγκαταστάσεις που δεν υπήρχαν πριν την επανάσταση στην ύπαιθρο) (Breitbart 1979b). Η εκπαίδευση ήταν ελεύθερη και υποχρεωτική για όλα τα παιδιά μέχρι τα δεκατέσσερα. (Geurin 1970)

Saturday, June 19, 2010

Εξεγείρομαι, άρα υπάρχω






Αναρώτηση.... μία διαδικασία αναστοχασμού και ανάρρωσης. Από τις τοξίνες του καθημερινού πολιτισμού μας. Άραγε ποια είναι εκείνη η ενδόμυχη πλευρά του εαυτού μου, του κοινωνικού εαυτού μου, που ενσαρκώνει σε μία φράση το ιδιαίτερο της ύπαρξης μου;

Εξέγερση ... εξέγερση χωρίς τελικότητες, χωρίς αναζήτηση ά-τοπων, ου-τοπων, άρνηση της δυστοπίας του παρόντος, σχεδιασμός μίας διαρκούς επίθεσης προς το άπειρο που περικλείεται μέσα στο κενό...

Εξέγερση, η διαρκής αναφορά στη διαδικασία της αυτόνομης θέσμισης μου, μέσα σε μία πνιγερή και αδιάφορη πραγματικότητα, συμβόλων, και σημείων στίξης... όπου οι ανάσες μας γίνονται γραμμικές διαδικασίες μίας παραγωγής, μίας κατανάλωσης, κι ενός θεάματος. Όπου τα σώματα μας διατάσσονται σε γραμμές και στήλες για να πειθαρχήσουν στην επιθυμία ενός συλλογικού φαντασιακού καταναγκασμού, για το πρέπει του κοινωνικού προορισμού.

Εξέγερση ενάντια στο όχι, το μη-, την άρνηση, το άτομο, το παρόν και το μέλλον. Με ένα παρελθόν γεμάτο στιγμές από πόνο και θλίψη, χαρά και ευτυχία, όπου συναισθήματα, σώματα, λέξεις και πράγματα συνδέονται σε ένα ρίζωμα, σε ένα μεγάλο δέντρο... το δέντρο της ζωής μας.

Εξέγερση για τη ζωή, σε ένα παιχνίδι μέσα στο δρόμο, στις συντροφιές των πάρκων, στις αγκαλιές των ερωτευμένων. Εξέγερση πέρα από το καλό και το κακό, για την ελεύθερη συνύπαρξη των πώς και των γιατί, των δακρύων και των χαμόγελων, του μαύρου και του κόκκινου στον μπλε πίνακα της δημιουργίας.

Εξέγερση, ζωή, δημιουργία, η χαρά της καταστροφής, το απέραντο πανηγύρι της ύπαρξης, όπου οι στίχοι γίνονται πέτρες, οι ώμοι μας στήριγμα της επιθυμίας, καθώς στεκόμαστε ο ένας πλάϊ στον άλλον, απέναντι στον μπάτσο, το αφεντικό, τον πατέρα, τη μητέρα, τον ειδικό, τον ηγεμόνα και ιερέα... στον νταβαντζή... απέναντι τους όχι ως πρόσωπα αλλά ως σώματα πειθαρχημένα, έτοιμα να ταράξουν στο όνομα της ταυτότητας, τους απείθαρχους κύκλους των συλλογικών μας παιχνιδιών.

Εξέγερση ενάντια στον εαυτό μου, έναν άναρχο βολεμένο μέσα στα σχήματα της καθημερινής μου γραμμικής τροχιάς: από το σπίτι στη δουλειά, από τη δουλειά στο μπακάλη, και ύστερα στο μανάβη και από εκεί για καφέ και φαγητό, κριτική στον πόλεμο, και λίγο ποίηση ... και έπειτα ύπνος κριτικά βαθύς μέσα στην πλήξη της ρουτίνας...

Εξέγερση ενάντια στο χώρο και στο χρόνο, τη διάταξη του ονείρου μέσα στις πολιτισμένες νόρμες των εργοστασίων, των σχολείων, των εκλογών, του κόμματος και της ψυχαναλύτριας. Εξέγερση ενάντια στο μύθο της εξέλιξης, της πρόοδου και του καθήκοντος.

Εξέγερση για μένα, για σένα για μας... πέρα από μένα, από σένα και από εμάς... Εξέγερση, η διαρκής κίνηση της ύπαρξης, η αδιάκοπη έκρηξη του παρόντος, η απεριόριστη αναίρεση του μέλλοντος, το ατελείωτο παιχνίδι της δημιουργίας.

Monday, May 24, 2010

Ελαστικοποίηση – εντατικοποίηση – ‘αυτοαξιολόγηση’ (και το μάθημα της ελευθερίας)

Άρθρο στο Ροσινάντε Μαϊου

Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα γέννημα αλλά και κομμάτι του κοινωνικού ανταγωνισμού ανάμεσα σε κυρίαρχους και κυριαρχούμενους προσαρμόζεται στην αρχή του 21ου αιώνα, στη λογική της ελαστικής κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης. Η βασική σχέση ανάμεσα σε αφεντικό και μισθωτό σκλάβο είναι αυτή της ευέλικτης εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης, η οποία συνδέεται με τη διαρκή προσαρμογή της στην εισαγωγή τεχνολογίας, την κατανάλωση/ life style, και το θέαμα, που με τη σειρά τους συμβάλλουν στην ένταση της ταξικής πάλης τόσο ανάμεσα σε μερίδες της υπερεθνικής αστικής τάξης όσο και ανάμεσα σε αυτήν και την κατακερματισμένη σε παγκόσμιο επίπεδο εργατική τάξη.
Το κυρίαρχο μοντέλο της ελαστικής συσσώρευσης προσδιορίζει μεταξύ άλλων κοινωνικών σχέσεων το ελληνικό σχολείο. Στα πλαίσια των εκπαιδευτικών δομών εξελίσσεται μια διαρκής πάλη στα εξής επίπεδα: 1. ανάμεσα στο εκάστοτε αφεντικό (επιχείρηση ή κράτος) και τον εκπαιδευτικό., 2. ανάμεσα στην κυρίαρχη εκπαιδευτική δομή και τους εργαζόμενους γονείς, 3. ανάμεσα στην κυρίαρχη δομή και τους μαθητές 4. ανάμεσα σε καθηγητές και μαθητές. Ουσιαστικά το εκπαιδευτικό σύστημα διαμορφώνεται ως ένα τεράστιο εργοστάσιο, όπου αφεντικά και εργαζόμενοι διατάσσονται σε μία πολύπλοκη πυραμίδα ιεραρχικών σχέσεων εξουσίας, με δύο στόχους: α) την παραγωγή και αναπαραγωγή της σχέσης κεφαλαίου/εργασίας σε τεχνικό, πολιτικό, ιδεολογικό επίπεδο, β) τη διαρκή προσαρμογή του σχολείου - εργοστασίου στα νέα δεδομένα της ελαστικής συσσώρευσης, για την παραγωγή του εμπορεύματος-παιδεία. γ) την αναπαραγωγή άλλων κυρίαρχων ιεραρχικών κοινωνικών σχέσεων (εθνική ιδεολογία, σχέσεις ανάμεσα στα φύλα, σχέση ξένου-ντόπιου εργάτη, μυστικοποίηση της επιστήμης κλπ)
Το πολυνομοσχέδιο της σιδηράς κας Αννούλας του ΠΑΣΟΚ στοχεύει ακριβώς στον καθορισμό των νέων ανταγωνιστικών όρων για τη διασφάλιση των τριών παραπάνω στόχων. Οι άξονες στους οποίους κατευθύνεται είναι οι εξής:
1.η γενίκευση των σχέσεων επισφάλειας μέσα από τη μετατροπή του εκπαιδευτικού σε ελαστικά εργαζόμενο, ο οποίος οφείλει να προσκομίζει διαρκώς πιστοποιητικά επάρκειας στον εργοδότη του.
2.Η εντατικοποίηση της εργασίας στα πλαίσια των σχολικών μονάδων μέσω της γενίκευσης του θεσμού του αναπληρωτή με μειωμένο ωράριο, και τη διεύρυνση των υπερωριών για τους μόνιμους εκπαιδευτικούς. Παράλληλα επιχειρείται η προσαρμογή του νεοπροσλαμβανόμενου εκπαιδευτικού στις ορέξεις των αφεντικών του, αφού για δύο χρόνια θα υπηρετεί ως δόκιμο μέλος κάτω από την εποπτεία του μέντορα του. Ο στόχος είναι η δημιουργία μίας εργασιακής δύναμης που πειθαρχεί και συμμορφώνεται με τις ιεραρχικές δομές της διοίκησης, εσωτερικεύοντας τον χρυσό κανόνα για την αύξηση της παραγωγικότητας, μέσω της διατήρησης της Τάξης. Στην ίδια λογική προβλέπεται και το πιστοποιητικό διοικητικής ή καθοδηγητικής επάρκειας των υποψήφιων διευθυντών.
3. Τα σχολεία ενσωματώνουν τη διαδικασία της Αυτοαξιολόγησης του έργου τους. Οι εκπαιδευτικοί εμπλέκονται σε τεχνικές αυτο-αξιολόγησης του παραγόμενου αποτελέσματος, σε σχέση με τους διακηρυγμένους από την εκάστοτε κεντρική διοίκηση στόχους. (στους τομείς: Πόρων και διοίκηση της σχολικής μονάδας, εφαρμογή προγράμματος, διαδικασίες του σχολείου, φοίτηση,κλπ) Η αξιολόγηση και ο έλεγχος της εκπαιδευτικής διαδικασίας, θα αφορά ουσιαστικά αποφάσεις που θα λαμβάνονται στα μουχλιασμένα γραφεία των κυρίαρχων, σε επίπεδο περιφέρειας με στόχο την πίεση και προσαρμογή εκπαιδευτικών, εργαζόμενων-γονέων και μαθητών στις γενικότερες αλλαγές που επιχειρούνται στο επίπεδο των σχέσεων ανάμεσα σε κεφάλαιο-κράτος και εργασία.
Από την άλλη πλευρά με το πέρασμα των κρατικών σχολείων στη δομή των δήμων και την παράλληλη υποχρηματοδότηση της εκπαίδευσης, επιτυγχάνεται η σταδιακή μετατροπή τους σε επιχειρήσεις. Στα πλαίσια αυτά η εργασία των εκπαιδευτικών οφείλει να ακολουθεί τη διαδικασία της ελαστικής κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης, κοντολογίς να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά της επισφάλειας. Η αλλαγή αυτή όπως είναι λογικό θα οδηγήσει στη δημιουργία σχολείων πολλών ταχυτήτων αναπαράγοντας και διευρύνοντας ουσιαστικά τις ταξικές και κοινωνικές ανισότητες, παράγοντας τους σύγχρονους υπήκοους και μισθωτούς σκλάβους. Έτσι η μετατροπή της μάθησης σε κερδοφόρο για τα αφεντικά εμπόρευμα γενικεύεται.
Οι επιχειρούμενες αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα είναι ένα κομμάτι από το παζλ της αναδιάρθρωσης που επιχειρούν η υπερεθνική αστική τάξη, το ελληνικό κράτος, σε συνεργασία με υπερεθνικούς σχηματισμούς όπως είναι αυτός της ΕΕ και του ΔΝΤ. Το επιβαλλόμενο πρόγραμμα σταθερότητας , διατάσσει την αλλαγή του συσχετισμού δύναμης ανάμεσα στα αφεντικά και τους εργάτες, στα κρατικά και ιδιωτικά κολαστήρια. (Μειώσεις και πάγωμα αποδοχών, κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και παράλληλη μετατροπή τους σε ατομικές, αύξηση της έμμεσης φορολογίας, αύξηση του ποσοστού των απολύσεων, της ηλικίας συνταξιοδότησης, απελευθέρωση της ενέργειας κλπ). Παράλληλα η διοικητική αναδιάταξη του κράτους μέσω του Καλλικράτη, στοχεύει στη συγκέντρωση της δύναμης σε περιφέρειες και γενικές διοικήσεις, δηλαδή στην κορυφή της πυραμίδας.
Μπροστά στη συνολική ταξική επίθεση των αφεντικών ο κρατικο-γραφειοκρατικός συνδικαλισμός της ΟΛΜΕ δεν πρόκειται να οργανώσει καν τον οικονομικό αγώνα των εκπαιδευτικών. Από την άλλη πλευρά οι δυνάμεις της “παραδοσιακής” Αριστεράς ταλαντεύονται ανάμεσα σε φόρμουλες διαχείρισης της κρατικής και καπιταλιστικής κρίσης και στο επίπεδο της εκπαίδευσης. Για μας κρίνεται πλέον αναγκαία η από τα κάτω οργάνωση των αντιστάσεων μας σε μία κατεύθυνση, που δε θα διαπραγματεύεται με το κράτος το επίπεδο της μιζέρια μας, αλλά θα φτιάχνει τις δομές ενός νέου σχολείου ελευθερίας και δημιουργίας.
Η δημιουργία ή η ενίσχυση συνδικαλιστικών κινήσεων όπου ήδη υπάρχουν, που στοχεύουν στην ενίσχυση των άμεσων δημοκρατικών συνελεύσεων του κλάδου, μπορεί να βοηθήσει στην συγκέντρωση της δύναμης των εκπαιδευτικών σε ελευθεριακή ταξική κατεύθυνση σε επίπεδο σχολείου, κοινότητας, δήμου. Οι ελευθεριακές συνδικαλιστικές εκπαιδευτικές κινήσεις θα δρουν άμεσα τόσο στο επίπεδο της μη εφαρμογής των νέων μέτρων, όσο και στο επίπεδο της δημιουργίας ενός άλλου μοντέλου ελευθεριακής μάθησης, με βασικά χαρακτηριστικά την αυτόνομη δημιουργία της προσωπικότητας του μαθητή, την αντιιεραρχική αμεσοδημοκρατική λειτουργία της σχολικής κοινότητας (από δασκάλους, μαθητές, γονείς), τη σύνδεση της μάθησης με τις ανάγκες, τα συμφέροντα και τις επιθυμίες της εργατικής τάξης σε κάθε τόπο, την καλλιέργεια της αλληλεγγύης- της αμοιβαίας βοήθειας κλπ.
Όπως είναι λογικό το νέο μοντέλο της ελευθεριακής μάθησης δεν μπορεί να επιβιώσει στα πλαίσια της καπιταλιστικής και ιεραρχικά δομημένης κοινωνίας. Σε αυτό το επίπεδο ο αγώνας των εκπαιδευτικών πρέπει να στοχεύει στη γενίκευση και το συντονισμό όλων των συνδικαλιστικών κινήσεων και σωματείων των εργαζόμενων, σε αμεσοδημοκρατική βάση και αντικαπιταλιστική αντικρατική κατεύθυνση.
Βρισκόμαστε στην αρχή ενός μακροχρόνιου κοινωνικού πολέμου. Ως δημιουργοί δάσκαλοι οφείλουμε να αγωνιστούμε για το σπάσιμο των δεσμών μας, προσφέροντας στους συμμαθητές μας τόσο στο σχολείο όσο και στην κοινωνία το πιο σημαντικό μάθημα: ΑΥΤΟ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ.

Tuesday, January 26, 2010

Η τάξη ως πλήθος εργατικών χεριών

'Αρθρο στο Ροσιναντε Ιανουαριου

Οι επιχειρήσεις στη διάρκεια των τελευταίων τριών δεκαετιών, προσαρμόζουν τις δομές και τις διαδικασίες τους στο μοντέλο της ελαστικής συσσώρευσης του κεφαλαίου, με σκοπό να μειώσουν το υψηλό κόστος της εργασίας, στην περιόδου του φορντισμού όπου κράτος, εργοδοτικές και εργατικές οργανώσεις ρύθμιζαν τις ανταγωνιστικές τους σχέσεις μέσα από τη θέσμιση παρεμβατικών πολιτικών προνοιακού τύπου. Η έρευνα των καταναλωτικών συνηθειών του πλήθους των εργαζόμενων, η εισαγωγή νέων τεχνολογιών πληροφορίας επέτρεψαν τη μείωση του χρόνου παραγωγής και κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, αυξάνοντας έτσι την παραγωγικότητα της εργασίας. Στη νέα φάση η αξία του εμπορεύματος αποκτά και μία τρίτη διάσταση αυτή της συμβολικής αξίας (δίπλα στην αξία χρήση και την ανταλλακτική αξία) οδηγώντας στην κοινωνία του θεάματος, των δικτύων και της πληροφορίας.
Η ελαστική συσσώρευση αφορά τα είδη ρύθμισης της σχέσης ανάμεσα σε κεφάλαιο και εργασία, τις ώρες και τις μεθόδους εργασίας, και φυσικά την αγορά εργασίας. Βασικός στόχος είναι η μείωση του χρόνου ανακύκλωσης του κεφαλαίου τόσο στο επίπεδο της παραγωγής όσο και στο επίπεδο της κυκλοφορίας, μέσα από τη διαρκή προσαρμογή των συστημάτων οργάνωσης της παραγωγής, στις αλλαγές που γίνονται με την εισαγωγή τεχνολογίας, νέων καταναλωτικών προτύπων, νέων Life styles κλπ πάντα με σκοπό την αύξηση της εκμετάλλευσης των μισθωτών σκλάβων, και επομένως της παραγόμενης υπεραξίας.
Κατά τη μετάβαση στην ελαστική συσσώρευση συντελούνται αλλαγές 1) στην οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας, με στόχο την παραγωγή στον ακριβή χρόνο (just in time production) 2) στη διεύθυνση της παραγωγής με την εισαγωγή της Διοίκησης ολικής Ποιότητας, που στοχεύει στην ενσωμάτωση της εργασίας στην κυρίαρχη οργανωτική κουλτούρα της επιχείρησης μέσα από την εσωτερίκευση των σκοπών, των στόχων και των αξιών της επιχείρησης, και τη χρήση της κοινωνικής έρευνας και επιστήμης. 3) στην εκτέλεση της εργασίας, με την ελαστικοποίηση της και τη διάσπαση της σε παράλληλους κόσμους, που διαπλέκονται μεταξύ τους (μερική απασχόληση, αυτοαπασχόληση κλπ)
Η γενίκευση των επισφαλών σχέσεων εργασίας απορρυθμίζει το προηγούμενο φορντικό στάδιο οργάνωσης της παραγωγής, αποδομώντας το σύνολο της εργατικής τάξης σε ένα πλήθος χεριών εργασίας με χαρακτηριστικά ανέργων (βιομηχανικός εφεδρικός στρατός εργασίας). Οι πρεκάριοι, μισο-εργάτες μισο-άνεργοι, βρίσκονται κυριολεκτικά με την εργατική τους δύναμη “παραπόδας”, “απελευθερωμένοι” από το σταθερό συμβόλαιο, διαμορφώνοντας μία “δύναμη ταχείας επέμβασης”, σε οποιοδήποτε τομέα της καπιταλιστικής συσσώρευσης κληθούν να υπηρετήσουν.
Η ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας δεν οδηγεί σε μία αποβιομηχάνιση της καπιταλιστικής κοινωνίας ή σε μία μείωση του πληθυσμού της εργατικής τάξης, αλλά αντίθετα σε αύξηση της. Με το πέρασμα στη μεταφορντική εποχή των δικτύων δεν αίρεται η εκμετάλλευση των εργατών από τα αφεντικά, δεν εξαφανίζεται η εργατική τάξη αλλά αλλάζουν οι μέθοδοι με τις οποίες, η εκμετάλλευση γίνεται παραγωγικότερη. Όσο μάλιστα αυξάνεται η παραγωγικότητα της κοινωνικής εργασίας τόσο μεγαλύτερη είναι η “πίεση των εργατών πάνω στα μέσα απασχόλησης τους, άρα τόσο πιο επισφαλής είναι ο όρος της ύπαρξης τους: η πούληση της δικής τους δύναμης για την αύξηση του ξένου πλούτου, δηλαδή για την αυτοαξιοποίηση του κεφαλαίου”. (Κάρλ Μάρξ, Το κεφάλαιο τόμος 1ος Το προτσές της συσσώρευσης του Κεφαλαίου)
Κάτω από τις συνθήκες επισφάλειας η εργασία εσωτερικεύει ακόμα περισσότερο τη πειθάρχηση στους σκοπούς της εκάστοτε επιχείρησης, αυξάνοντας έτσι τη δύναμη του κεφαλαίου πάνω στην εργασία. Όπως όλες οι μέθοδες αύξησης της κοινωνικής παραγωγικής δύναμης έτσι και η εισαγωγή των νέων τρόπων οργάνωσης της εργασίας εφαρμόζονται σε βάρος του ατομικού εργάτη· και μετατρέπονται σε μέσα κυριαρχίας και εκμετάλλευσης του παραγωγού, κολοβώνοντας τον εργάτη κάνοντας τον μερικό άνθρωπο, υποβιβάζοντας τον σε εξάρτημα της μηχανής, μετατρέποντας όλο το χρόνο της ζωής του σε χρόνο εργασίας. (Κάρλ Μαρξ, ο.π)
Η ποιοτική διαφοροποίηση ανάμεσα στο σήμερα και το χθες των μεθόδων εκμετάλλευσης μας από τα αφεντικά, αφορά την αναγωγή της εργατικής δύναμης σε πληροφορία, την προσομοίωση της σε ψηφία μέσα σε τεράστιες βάσεις δεδομένων. Αυτή η πληροφοριοποίηση επιτρέπει τη διαρκή διάχυση της, τη διαρκή ευέλικτη προσαρμογή της στις ανάγκες του θεάματος, της κατανάλωσης, του life – styling, των οικονομικών κύκλων της συσσώρευσης. Έτσι η εργασιακή δύναμη διαπερνά τα σύνορα των συστημάτων σε παγκόσμιο και τοπικό επίπεδο, ρέει από περιοχή σε περιοχή, από επιχείρηση σε επιχείρηση, από τομέα δραστηριότητας σε τομέα δραστηριότητας, απελευθερωμένη από τα χωρικά και χρονικά όρια των προηγούμενων εποχών. Όλες οι εκφράσεις της καθημερινής ζωής των εργατών (εργασία, σχολείο, οικογένεια, συνήθειες, κλπ) προσαρμόζονται στη δια βίου μεταβολή των ορέξεων του κεφαλαίου, στο εφήμερο των καπιταλιστικών κύκλων συσσώρευσης. οδηγώντας τελικά στον κατακερματισμό των ατομικών και συλλογικών ταυτοτήτων και τη σχιζοφρένεια.
Η γενίκευση των επισφαλών σχέσεων εργασίας μετατρέπει την τάξη των προλετάριων σε ένα νομάδα, που η απελευθέρωση του βρίσκεται μέσα στην αναζήτηση νέων μορφών σύγκρουσης με το κεφάλαιο. Η σύγκρουση αυτή δεν πρέπει να περιοριστεί στο οικονομικό επίπεδο, γύρω από την αξίωση ενός νέου συστήματος ρύθμισης των σχέσεων εκμετάλλευσης, αλλά να επεκταθεί στη δημιουργία και διάχυση θεσμών αυτοοργάνωσης της κοινωνικής ζωής, που θα επιτρέπουν στους εργάτες την απεξάρτηση τους από την καπιταλιστική μηχανή της σχιζοφρένειας, και την πραγμάτωση της ευτυχίας μέσα από την ισότητα και την αλληλεγγύη όλων.

Saturday, December 26, 2009

Αυτοοργάνωση του ανταγωνιστικού κινήματος στη μεταφορντική εποχή.

Άρθρο στο Ροσινάντε Δεκεμβρίου

“Ποια είναι όμως η φυσική οργάνωση των μαζών;
Είναι αυτή που βασίζεται στους ιδιαίτερους προσδιορισμούς
της πραγματικής ζωής,..”
Μιχαήλ Μπακούνιν (1)

Οι κοινωνίες του 21ου αιώνα διαμορφώνονται σε ένα παγκόσμιο πλέγμα κοινωνικών πολιτικών και πολιτιστικών σχέσεων, οι οποίες υπερβαίνουν τους επιμέρους “εθνικούς” κοινωνικο-οικονομικούς σχηματισμούς, και ελκύονται από την ελαστική κεφαλαιοκρατική συσσώρευση.

Στο επίπεδο της αξίας, ήδη από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα, εμφανίζεται δίπλα στην ανταλλακτική αξία και την αξία χρήσης, η συμβολική αξία των εμπορευμάτων. Τα προϊόντα της εργασίας μετατρέπονται σε φορείς νοημάτων, ιδεών, πολιτιστικών συμβόλων και σημείων, τα οποία ρίχνονται μέσα στη διαδικασία της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης, οδηγώντας στην ανάπτυξη ενός νέου βιομηχανικού κλάδου, αυτού του θεάματος. Ο εργάτης – παραγωγός (ανταλλακτικής αξίας), καταναλώνει προϊόντα για την αναπαραγωγή της εργατικής του δύναμης (αξίες χρήσης) αντιστοιχώντας σε κάθε ενέργεια ένα σύμβολο, μία πολιτιστική επιταγή, ένα ολόκληρο πλέγμα ετερόνομων σχέσεων, που οδηγούν στην αγκίστρωση του σε αξίες φετίχ. (αυτοκίνητο, σπίτι, κλπ) Φυσικά η αγκίστρωση αυτή δεν είναι αποτέλεσμα μίας διαδικασίας αποξένωσης και/ή αλλοτρίωσης αλλά μία επιλογή για την ικανοποίηση των επιθυμιών και των αναγκών του. Η εποχή του θεάματος και η αναδυόμενη κοινωνία των ειδώλων, η οποία βασίστηκε στη διαμόρφωση τεράστιων τραπεζικών μηχανισμών πίστωσης, πρόσφεραν σε κάθε εργαζόμενο, το όνειρο της στιγμιαίας πραγμάτωσης της “ελευθερίας” στον “παράδεισο” της κατανάλωσης εμπορευμάτων, τόσο στο χρηστικό όσο και στο συμβολικό επίπεδο. Το κράτος πρόνοιας με τις επιδοματικές του πολιτικές έδωσε χώρο για την μεγέθυνση των κεφαλαιοκρατικών συσσωρεύσεων μέσω της πλαστικοποίησης των καθημερινών συνηθειών των εργατών.

Στη φορντική οργάνωση της καθημερινής ζωής το εικοσιτετράωρο διαιρέθηκε σε τρία μέρη: α) εργασία (παραγωγή) β) αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, γ) ελεύθερος χρόνος, όπου ο ελεύθερος χρόνος ταυτιζόταν με την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης στο επίπεδο της κατανάλωσης. Τα τρία μέρη της κοινωνικής ζωής διαχειριζόταν ένα πλέγμα ιεραρχικών δομών εξουσίας, στο εργοστάσιο, στο σωματείο και στο κράτος. Το τρίγωνο αυτό επιτηρούσε το βίο των κολασμένων (βιοπολιτική) παράγοντας κοινωνική συναίνεση ανάμεσα σε κεφαλαιοκράτες και εργαζόμενους, που ήταν αναγκαία για τη διατήρηση της δύναμης των κυρίαρχων. Στη φορντική φάση αναδύθηκε ως ηγεμονική βιοπολιτική στρατηγική των κεφαλαιοκρατών η σοσιαλδημοκρατία και ο κεϋνσιανισμός.

Ο μεταφορντισμός έσπασε την κλασσική αλυσίδα παραγωγής των μεγάλων βιομηχανικών μονάδων σε επιμέρους δίκτυα τόσο στο επίπεδο του καταμερισμού εργασίας όσο και στο επίπεδο των τριών μερών της καθημερινής ζωής, και οδήγησε σε έναν κατακερματισμό των πληθυσμών σε ομάδες εστίασης (target groups). Η νέα βιοπολιτική στρατηγική είναι αυτή του νεοφιλελευθερισμού, που οδηγείται από το δόγμα της ελευθερίας κίνησης κεφαλαίων, εργασίας, εμπορευμάτων και πληροφορίας. Στο μεταφορντισμό όλα τα μέρη της καθημερινότητας εμπορευματοποιούνται με στόχο την υπερεκμετάλλευση της ζωντανής εργασίας και τη μεγιστοποίηση των κερδών. Παράλληλα η διαδικασία παραγωγής συναίνεσης δεν εξασφαλίζεται πλέον από τις “μαζικές” οργανώσεις του φορντισμού (συνδικάτα, ενώσεις, κόμματα και του κράτους – κεφαλαίου) αλλά από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Το κράτος περιορίζεται στη διαμόρφωση ενός χώρου φρούριου, που ενεργοποιείται ως μόνιμη πλέον κατάσταση εξαίρεσης, προκαλώντας τον τρόμο, κάθε φορά που υπάρχει το ρίσκο της “κατάρρευσης” σε κοινωνικό οικονομικό πολιτικό κλπ επίπεδο. (πανδημίες, οικονομική κρίση κα) .

Ο μαζικός παραγωγός και καταναλωτής κατακερματίζεται και κατανέμεται σε τεράστιες βάσεις δεδομένων ως ψηφία της παγκοσμιοποίησης. Όλα τα εμπορεύματα (μεταξύ αυτών και η εργασία) αποκτούν έναν εφήμερο χαρακτήρα με ημερομηνία λήξης προσαρμοσμένα στη λογική της ελαστικής κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης. Σταδιακά η καθημερινή ζωή των κολασμένων της γης μετατρέπεται σε ένα διαρκές κυνήγι εργασίας, πιστώσεων, προσφορών, πολιτιστικών συμβόλων κλπ Αποτέλεσμα όλων αυτών των αλλαγών είναι ο κατακερματισμός των μαζικών θεσμίσεων της καθημερινής ζωής των εργατών. Ζώντας σε ένα ασυνεχές χώρο και χρόνο η εργατική “τάξη” καθρεφτίζεται πλέον μόνο μέσα στις στατιστικές αναλύσεις των κοινωνικών ερευνών, του κράτους και του κεφάλαιου. Όλες οι επιστήμες διατάσσονται κάτω από την κυβερνητική βιοπολιτική διαχείριση των κυρίαρχων με σκοπό ένα και μοναδικό σκοπό τη διατήρηση αυτής της κυριαρχίας.

Κάθε εξέγερση που αρνείται πλευρές αυτής της κυριαρχίας, σε ένα από τα τρία μέρη της καθημερινής ζωής των εργατών, συνεισφέρει αλλά δεν μπορεί να έρθει σε ρήξη με την πολυπλοκότητα τους. Πώς όμως μέσα από αυτό το χάος των σύγχρονων ετερόνομων κοινωνικών σχέσεων, τον κατακερματισμό της καθημερινής μας ζωής, μπορούμε να κάνουμε εκείνες τις επιλογές, που θα μας οδηγήσουν στην τελική ρήξη με το σύστημα της εκμετάλλευσης και τη δημιουργία μίας κομμουνιστικής κοινωνίας ελεύθερων και ίσων πολιτών; Η απάντηση φυσικά βρίσκεται στην αυτοοργάνωση της καθημερινής ζωής σε όλα τα επίπεδα του κατακερματισμένου εικοσιτετράωρου, στην παραγωγή, την αναπαραγωγή και τον ελεύθερο χρόνο.

Στην εποχή της πολυπλοκότητας η αυτοργάνωση μας πρέπει να έχει τη δυνατότητα να α) συγκεντρώνει τη συνολική δύναμη των εξεγερμένων, ενάντια σε κράτος, κεφάλαιο, μμε β) να διαχέει τα αποτελέσματα της σε ολόκληρη την κοινωνία ανοίγοντας ρήγματα στα καθημερινά πλέγματα της εξουσίας σε τοπικό/παγκόσμιο επίπεδο και γ) να σέβεται την αυτονομία του εκάστοτε εγχειρήματος κοινωνικού ανταγωνισμού (συλλογικότητας, ομάδας, επαναστατικού σωματείου κα). Ο συντονισμός αυτός οφείλει εκτός από την άρνηση των κυρίαρχων σχέσεων εξουσίας να οδηγήσει στη θέσμιση αντιιεραρχικών σχέσεων δημιουργίας, βοηθώντας στην ενοποίηση του θρυμματισμένου κόσμου της καθημερινής ζωής των κυριαρχούμενων και την τελική ρήξη με τις ετερόνομες συνθήκες της καπιταλιστικής κοινωνίας.
Στην εποχή της πληροφορίας είναι δυνατή η οριζόντια επικοινωνία αλλά και ο συντονισμός ανάμεσα στις διάσπαρτες στο χώρο συλλογικότητες, μέσα από την κοινωνική τους δικτύωση στον πραγματικό χρόνο και χώρο. Οι τεχνολογίες του web 2.0 αλλά και δεκάδες εγχειρήματα όπως αυτό του indymedia επιτρέπουν πλέον την αδιαμεσολάβητη επικοινωνία ανάμεσα τους. Αυτό που λείπει είναι η βούληση σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο για τη δημιουργία αυτού του δικτύου πραγμάτωσης της αλληλεγγύης ανάμεσα μας. Βέβαια τα καλύτερα μαγειρεία της εξέγερσης βρίσκονται στις συντροφικές κουζίνες των οδοφραγμάτων μας.

Μεταφορντισμός. Η περίπτωση της πόλης της Νάουσας

Άρθρο στο Ροσινάντε Νοεμβρίου

Στα τέλη της δεκαετίας του '70 διαμορφώθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο ένας κυρίαρχος συνασπισμός εξουσίας ανάμεσα σε κράτη, οργανισμούς (ΔΝΤ, ΠΟΕ, ΕΕ, ΝΑFTA κλπ), και μερίδων της κεφαλαιοκρατικής τάξης με υπερεθνικά χαρακτηριστικά. Ο υπερεθνικός αυτός συνασπισμός οδήγησε σε έναν νέο συμβιβασμό ανάμεσα σε κεφάλαιο και εργασία με βασικό στόχο την προσαρμογή των κοινωνικο-οικονομικών σχηματισμών, στη λογική της ελαστικής κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης. Το δόγμα της νέας τάξης πραγμάτων συνέθεταν η ελευθερία κίνησης κεφαλαίων, εργασίας, εμπορευμάτων και πληροφορίας.

Την ελαστικοποίηση της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης ακολούθησε και η ελληνική περιφέρεια. Στα πλαίσια της προσαρμογής αυτής η πόλη της Νάουσας μετατράπηκε σταδιακά σε ένα φάντασμα της βιομηχανικής εποχής. Η πόλη έφτασε στη ακμή της τα μέσα της δεκαετίας του '80 όταν οι κλωστοϋφαντουργοί εργαζόμενοι έφταναν τις 4.000. Στη δεκαετία αυτή διαμορφώνεται και ο κυρίαρχος επιχειρηματικός όμιλος του Θ. Λαναρά (ΚΛΩΝΑΤΕΞ ή μετέπειτα Ενωμένη Κλωστοϋφαντουργία United Textiles) Η ΕΝΚΛΩ μέχρι και το 2005 κατείχε ηγετική θέση στον τομέα του νήματος με 35% μερίδιο στην εγχώρια αγορά και 15% στην ευρωπαϊκή, και διεθνείς συνεργασίες με μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες στον κλάδο της ένδυσης όπως είναι οι Nike, Adidas, Reebok, Benetton.1

Τη δημιουργία του κολοσσού της ΕΝΚΛΩ στήριξε το κράτος με τις νεοφιλελεύθερες διαχειρίσεις του (ΠΑΣΟΚ ΝΔ) αλλά και ο γραφειοκρατικός συνδικαλισμός της ΓΣΕΕ. Η τριμερής σχέση της φορντικής εποχής (κεφάλαιο – κράτος – ΓΣΕΕ) στήριξαν τη διαδικασία της συγκέντρωσης κεφαλαίου από τον Λαναρά. Η ενίσχυση της διαδικασίας αυτής γινόταν πάντα με πρόσχημα την “κρίση” που απειλούσε τον κλάδο της κλωστοϋφαντουργίας και την ανάγκη “εξυγίανσης” της εταιρείας. Έτσι η “εξυγίανση” χρηματοδοτήθηκε το 1996 με 4,7 δις δραχμές, το 2004 με 23 εκ ευρώ, ενώ το 2008 η εταιρεία εξασφάλισε 35 εκ ευρώ. Τα κεφάλαια αυτά επενδύθηκαν στη σταδιακή μεταφορά των εργοστασίων σε χώρες μικρότερου εργασιακού κόστους (Αλβανία, “Μακεδονία”, Βουλγαρία κ.α) Στη “μητροπολιτική έδρα” της επιχείρησης διατηρήθηκαν οι τομείς της έρευνας και διοίκησης, του ελέγχου των πωλήσεων και των δικτύων διανομής και του μάρκετινγκ.

Η κατάτμηση της φορντικής αλυσίδας της παραγωγής της ΕΝΚΛΩ, σε μονάδες με χαμηλή ειδίκευση και εργασιακό κόστος και μονάδες διοίκησης με υψηλή ειδίκευση, ακολούθησε τη λογική της ελαστικής μεταφορντικής οργάνωσης, που κυριαρχεί μετά την δεκαετία του 80 σε παγκόσμιο επίπεδο. Κάθε βήμα της εταιρείας στη νέα εποχή συνοδεύτηκε με χιλιάδες απολύσεις εργαζομένων στη Νάουσα. Μέσα σε μία δεκαετία περίπου χάθηκαν στην πόλη 3500 θέσεις εργασίας αυξάνοντας έτσι την ανεργία στο 50% του ενεργού πληθυσμού. Το 2004 η έκλεισαν οι παραγωγικές μονάδες της Τρικολάν, των Κλωστηρίων Β και της Ολυμπιακής στη Νάουσα, παραδίδοντας 250 εργάτες στην ανεργία. Ενώ στα μέσα του 2008 οι εργαζόμενοι ειδοποιήθηκαν για νέες απολύσεις.2

Η “κρίση” του κλάδου, που ουσιαστικά αποτελεί μία περίοδο του κύκλου της συσσώρευσης, οδήγησε κεφάλαιο και εργασία σε σύγκρουση για τους όρους της μεταξύ τους σχέσης. Σε όλες τις περιπτώσεις το ΕΚ της Νάουσας με το ΠΑΜΕ έπαιξαν και συνεχίζουν να παίζουν ηγεμονικό ρόλο στην οργάνωση, αλλά και τον καθορισμό της στρατηγικής και των μορφών του αγώνα των κλωστοϋφαντουργών. Η στρατηγική αυτή έχει δύο άξονες:

  1. τη λογική της προνοιακής ενίσχυσης των εργαζόμενων, των ανέργων και των οικογενειών τους.

  2. την κρατική παρέμβαση για τη διατήρηση της λειτουργίας των εργοστασίων. Φυσικά λόγος δε γίνεται από τις δυνάμεις αυτές για τη δυνατότητα αυτοδιαχείρισης των μονάδων της επιχείρησης από τους ίδιους τους εργαζόμενους, όταν υπάρχει ανάλογη εμπειρία από τον αγώνα των εργατών σε κλωστοϋφαντουργική επιχείρηση της Αιγύπτου, η διαχείριση της οποίας πέρασε στα χέρια τους. 3

Αυτοοργάνωση: η επιλογή των κυριαρχούμενων.


Η είσοδος της πόλης στην εποχή του μεταφορντισμού οδήγησε και σε μία γενίκευση των σχέσεων εργασιακής επισφάλειας. Η ανεργία έχει φτάσει στο 50%, οι εργαζόμενοι σε όλους τους κλάδους (τουρισμό, επισίτηση, οικοδομή, υπηρεσίες) εργάζονται κυριολεκτικά με το όπλο παραπόδας, χωρίς ωράριο, ασφάλιση και συνδικαλιστικά δικαιώματα. Οι σχέσεις αυτές έχουν επεκταθεί ακόμα στον κλάδο της κλωστοϋφαντουργίας, όπου τα τελευταία χρόνια έχει εισαχθεί και ο θεσμός της επινοικίασης εργαζόμενων από εταιρείες.

Με τη σταδιακή “αποβιομηχάνιση” της, η πόλη της Νάουσας και τη μετατροπή της σε πρωτεύουσα της επισφάλειας, βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλημμα. Να διατηρήσει τα χαρακτηριστικά της βιομηχανικής περιόδου ή να διαμορφώσει νέες κοινωνικές και οικονομικές δομές, που θα της επιτρέψουν να περάσει στη μεταβιομηχανική εποχή. Το δίλημμα έχει τεθεί στο τραπέζι και από τους κρατικούς, πολιτικούς και συνδικαλιστικούς “αντιπροσώπους” της τοπικής κοινωνίας, που κλήθηκαν να διαχειριστούν την κρίση, ανεξάρτητα από την επιμέρους κομματική ταυτότητα τους. Η επιλογή της διεξόδου από την “κρίση” δεν πρέπει να σχεδιαστεί στα επιτελεία των κυρίαρχων αλλά στο δρόμο της αυτοοργάνωσης των κυριαρχούμενων.

Δεν έχει σημασία αν η πόλη επιλέξει τη μία ή την άλλη διέξοδο, αλλά αν η επιλογή αυτή αφορά τα συμφέροντα του κράτους και του κεφαλαίου ή τα συμφέροντα και την απελευθέρωση της καθημερινής ζωής των πρεκάριων.

Το τελευταίο διάστημα στην πόλη γίνονται προσπάθειες διαμόρφωσης δομών αυτοοργάνωσης στους χώρους της εργασίας αλλά και της καθημερινής ζωής. Από τις πρώτες επαφές και τις συζητήσεις μας, φαίνεται ότι ωριμάζει σαν κοκκινόμαυρο κρασί (ιδιαίτερη ποικιλία της περιοχής με την ονομασία ξινόμαυρο), η ιδέα μίας αδιαμεσολάβητης άμεσης και δημοκρατικής οργάνωσης, των συμφερόντων των σύγχρονων μισθωτών σκλάβων.

1Christina Karakioulafis, (2005) European industrial relations observatory online http://www.eurofound.europa.eu/eiro/2005/04/feature/gr0504107f.htm [24-10-2009]

2Για την υπόθεση της Τρικολάν (2005) εκ των έσω. Black out τεύχος 0 http://www.blackout.gr/keimena/17 [27-10-2009]


310th of Ramadan textile workers self-manage factory http://libcom.org/news/10th-ramadan-textile-workers-self-manage-factory-30082009 [27-10-2009]


Wednesday, July 15, 2009

Η υλική κατασκευή της κατάστασης εξαίρεσης και ο βιοπολιτικός έλεγχος της μετανάστευσης στη σύγχρονη εποχή. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών




Οι σύγχρονες κοινωνίες αναδύονται σε παγκόσμιο επίπεδο από την ταυτόχρονη εξέλιξη και σύνθεση των δράσεων των υποκειμένων (ατομικών και συλλογικών) σε τρία επίπεδα: το επίπεδο του φυσικού χώρου (παραδοσιακός χώρος των “εθνικών” κοινωνικών σχηματισμών), το επίπεδο των δικτύων (ο χώρος που αναδύεται μέσα από τη επικοινωνία των υποκειμένων σε υπερεθνικό επίπεδο) και το επίπεδο των ροών (που αφορά το χώρο που παράγεται από την “ελεύθερη” κίνηση κεφαλαίου, εργατικού δυναμικού, και εμπορευμάτων αλλά και τις δικτυακές επαφές σε παγκόσμιο επίπεδο). Η “ελευθερία” κίνησης ανθρώπων, κεφαλαίων και εμπορευμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο διαμορφώνει ένα νέο μοντέλο κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης αυτό της ευελιξίας. Τα βασικά χαρακτηριστικά του είναι η μεταφορντική οργάνωση της παραγωγής και της κατανάλωσης, η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού, και ένα νέο σύστημα πειθαρχικού ελέγχου, που οδηγεί στο μετασχηματισμό των μηχανισμών επιτήρησης στο επίπεδο των οικονομικών αλλά και των κρατικών συστημάτων.

Η ελαστική κεφαλαιοκρατική συσσώρευση οδηγεί - χωρίς να προσδιορίζει σε τελική ανάλυση - τις κοινωνικές σχέσεις σε οικονομικό, πολιτικό και πολιτισμικό επίπεδο, διαμορφώνοντας νέους χωροχρονικούς τόπους δράσης, που διαπερνούν τα παραδοσιακά σύνορα των εθνο-κρατικών κοινωνικών σχηματισμών χωρίς όμως να τα καταργούν. Εικόνες, γεγονότα, σύμβολα, πληροφορίες, κεφάλαια, πληθυσμοί, ρέουν σε παγκόσμιο επίπεδο με αποτέλεσμα τα κοινωνικο-οικονομικά συστήματα να βρίσκονται σε μία κατάσταση πέρα από την ισορροπία ή όπως θα έλεγε ο Agamben σε μία διαρκή κατάσταση εξαίρεσης.(1)

Από τις αρχές τις δεκαετίας του '80, στα πλαίσια της κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού και της συνακόλουθης μεγέθυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και της γενίκευσης των ενδο-καπιταλιστικών αντιθέσεων για την αναδιανομή των σφαιρών οικονομικής και πολιτικής επιρροής, αυξάνεται διαρκώς ο αριθμός των μεταναστών και των προσφύγων (2). Μολονότι ένα μέρος της κεφαλαιοκρατικής ανάπτυξης τις τελευταίες δεκαετίες βασίζεται στη μετανάστευση, τα κράτη προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις κοινωνικές ανισότητες αλλά και να ελέγξουν τις δυνητικές απειλές, που αναδύονται από την ατομική ή συλλογική αντίδραση των κοινωνικών απορριμάτων (Bauman), προσαρμόζουν τις δομές πολιτικού ελέγχου και επιτήρησης στα νέα δεδομένα, με σκοπό τη διατήρηση της διαδικασίας της συσσώρευσης.

Το αποτέλεσμα είναι η μετάλλαξη της οργάνωσης του πειθαρχικού ελέγχου των κρατών, τόσο στο επίπεδο των πολιτικών μηχανισμών τους (αστυνομία, φυλακές, σχολεία κλπ) “με τις οποίες το κράτος αφομοιώνει στο εσωτερικό του τη μέριμνα της φυσικής ζωής των ατόμων” (βιοπολιτικός έλεγχος),·όσο και στο επίπεδο των τεχνολογιών του εαυτού, μέσω των οποίων συντελείται η “διαδικασία της υποκειμενοποίησης”, η οποία ωθεί άτομα και ομάδες στην αγκίστρωση στην ταυτότητα τους ενώ ταυτόχρονα νομιμοποιεί στη συνείδηση τους τον εξωτερικό έλεγχο. (Agamben, Foucault) Στα πλαίσια αυτά η προσπάθεια των κρατικών μηχανισμών να ρυθμίσουν τη μετανάστευση έχει ως στόχους:
1.τον έλεγχο της ροής μεταναστών δια και από τα “σύνορα” των κρατικών επικρατειών, με σκοπό τη μείωση των δυνητικών κινδύνων, που μπορεί να προκύψουν λόγω των κοινωνικών διαφοροποιήσεων (οικονομκών ανισοτήτων, πολιτιστικών διαφορών κλπ)
2.τη χειραγώγηση και την “εκγύμναση” των μεταναστών μέσω των πειθαρχικών μηχανισμών, στην ηθική του ευέλικτου, ευπροσάρμοστου και πειθαρχημένου εργαζόμενου
3.τον έλεγχο της ροής της εργασιακής δύναμης στο εσωτερικό των κοινωνικών σχηματισμών, σε σχέση με τις εκάστοτε ανάγκες της αγοράς για φθηνή εργατική δύναμη
4.τελικά την προστασία και τη μεγέθυνση της ελαστικής κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης.

Οι στόχοι αυτοί διαμορφώνουν μία κατάσταση εξαίρεσης, καθιστώντας τους “χωρίς χαρτιά” μετανάστες ως ανάθεμα, ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό της εδαφικής επικράτειας των κρατών μελών ευρύτερων κοινωνικοοικονομικών συσσωματώσεων όπως αυτό της ΕΕ. Οι αναθεματισμένοι τοποθετούνται σε ένα κατώφλι όπου ζωή και δίκαιο, θάνατος και άδικο συγχέονται. Εάν στα παραδοσιακά πανοπτικά συστήματα επιτήρησης και ελέγχου ο στόχος ήταν ο παραδειγματισμός των παραβατών μέσω του εγκλεισμού και της παρακολούθησης των συμπεριφορών τους, τα σύγχρονα συστήματα επιτήρησης εξαιρούν περικλείοντας τούς δυνητικά επικίνδυνους για τη διατήρηση της τάξης, προκαταστέλλοντας τις συμπεριφορές τους.

Η αλλαγή αυτή στον προσανατολισμό των συστημάτων επιτήρησης οδηγεί στο πέρασμα της οργάνωσης των σχέσεων εξουσίας από το μοντέλο της φυλακής, στο μοντέλο του στρατόπεδου συγκέντρωσης. Το στρατόπεδο συγκέντρωσης αποτελεί το κυρίαρχο μοντέλο επιτήρησης της καθημερινής ζωής των ατόμων στο “εργοστάσιο”, το σχολείο, το εμπορικό κέντρο, την πόλη του 21ου αιώνα. Το στρατόπεδο συγκέντρωσης οργανώνει το βιοπολιτικό έλεγχο της ροής των αναθεματισμένων πληθυσμών, στα “πορώδη” σύνορα της παγκοσμιοποίησης, προκαταστέλλοντας μέσω του εγκλεισμού και της εκγύμνασης των συμπεριφορών εκείνων, που μπορεί δυνητικά να απειλήσουν την ισορροπία της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης και της Νέας Τάξης Πραγμάτων.

(1) Η κατάσταση εξαίρεσης αφορά το κατώφλι στο οποίο βρίσκονται οι κοινωνικοί σχηματισμοί ανάμεσα στην τάξη και την αταξία, όπου κυριαρχεί η πολυπλοκότητα, η αβεβαιότητα και το ρίσκο.
(2)Ο ΟΗΕ το 2005 υπολόγισε τον αριθμό των μεταναστών σε παγκόσμιο επίπεδο στα 190 εκ ή σε 3% του παγκόσμιου πληθυσμού.