Tuesday, January 26, 2010
Η τάξη ως πλήθος εργατικών χεριών
Οι επιχειρήσεις στη διάρκεια των τελευταίων τριών δεκαετιών, προσαρμόζουν τις δομές και τις διαδικασίες τους στο μοντέλο της ελαστικής συσσώρευσης του κεφαλαίου, με σκοπό να μειώσουν το υψηλό κόστος της εργασίας, στην περιόδου του φορντισμού όπου κράτος, εργοδοτικές και εργατικές οργανώσεις ρύθμιζαν τις ανταγωνιστικές τους σχέσεις μέσα από τη θέσμιση παρεμβατικών πολιτικών προνοιακού τύπου. Η έρευνα των καταναλωτικών συνηθειών του πλήθους των εργαζόμενων, η εισαγωγή νέων τεχνολογιών πληροφορίας επέτρεψαν τη μείωση του χρόνου παραγωγής και κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, αυξάνοντας έτσι την παραγωγικότητα της εργασίας. Στη νέα φάση η αξία του εμπορεύματος αποκτά και μία τρίτη διάσταση αυτή της συμβολικής αξίας (δίπλα στην αξία χρήση και την ανταλλακτική αξία) οδηγώντας στην κοινωνία του θεάματος, των δικτύων και της πληροφορίας.
Η ελαστική συσσώρευση αφορά τα είδη ρύθμισης της σχέσης ανάμεσα σε κεφάλαιο και εργασία, τις ώρες και τις μεθόδους εργασίας, και φυσικά την αγορά εργασίας. Βασικός στόχος είναι η μείωση του χρόνου ανακύκλωσης του κεφαλαίου τόσο στο επίπεδο της παραγωγής όσο και στο επίπεδο της κυκλοφορίας, μέσα από τη διαρκή προσαρμογή των συστημάτων οργάνωσης της παραγωγής, στις αλλαγές που γίνονται με την εισαγωγή τεχνολογίας, νέων καταναλωτικών προτύπων, νέων Life styles κλπ πάντα με σκοπό την αύξηση της εκμετάλλευσης των μισθωτών σκλάβων, και επομένως της παραγόμενης υπεραξίας.
Κατά τη μετάβαση στην ελαστική συσσώρευση συντελούνται αλλαγές 1) στην οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας, με στόχο την παραγωγή στον ακριβή χρόνο (just in time production) 2) στη διεύθυνση της παραγωγής με την εισαγωγή της Διοίκησης ολικής Ποιότητας, που στοχεύει στην ενσωμάτωση της εργασίας στην κυρίαρχη οργανωτική κουλτούρα της επιχείρησης μέσα από την εσωτερίκευση των σκοπών, των στόχων και των αξιών της επιχείρησης, και τη χρήση της κοινωνικής έρευνας και επιστήμης. 3) στην εκτέλεση της εργασίας, με την ελαστικοποίηση της και τη διάσπαση της σε παράλληλους κόσμους, που διαπλέκονται μεταξύ τους (μερική απασχόληση, αυτοαπασχόληση κλπ)
Η γενίκευση των επισφαλών σχέσεων εργασίας απορρυθμίζει το προηγούμενο φορντικό στάδιο οργάνωσης της παραγωγής, αποδομώντας το σύνολο της εργατικής τάξης σε ένα πλήθος χεριών εργασίας με χαρακτηριστικά ανέργων (βιομηχανικός εφεδρικός στρατός εργασίας). Οι πρεκάριοι, μισο-εργάτες μισο-άνεργοι, βρίσκονται κυριολεκτικά με την εργατική τους δύναμη “παραπόδας”, “απελευθερωμένοι” από το σταθερό συμβόλαιο, διαμορφώνοντας μία “δύναμη ταχείας επέμβασης”, σε οποιοδήποτε τομέα της καπιταλιστικής συσσώρευσης κληθούν να υπηρετήσουν.
Η ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας δεν οδηγεί σε μία αποβιομηχάνιση της καπιταλιστικής κοινωνίας ή σε μία μείωση του πληθυσμού της εργατικής τάξης, αλλά αντίθετα σε αύξηση της. Με το πέρασμα στη μεταφορντική εποχή των δικτύων δεν αίρεται η εκμετάλλευση των εργατών από τα αφεντικά, δεν εξαφανίζεται η εργατική τάξη αλλά αλλάζουν οι μέθοδοι με τις οποίες, η εκμετάλλευση γίνεται παραγωγικότερη. Όσο μάλιστα αυξάνεται η παραγωγικότητα της κοινωνικής εργασίας τόσο μεγαλύτερη είναι η “πίεση των εργατών πάνω στα μέσα απασχόλησης τους, άρα τόσο πιο επισφαλής είναι ο όρος της ύπαρξης τους: η πούληση της δικής τους δύναμης για την αύξηση του ξένου πλούτου, δηλαδή για την αυτοαξιοποίηση του κεφαλαίου”. (Κάρλ Μάρξ, Το κεφάλαιο τόμος 1ος Το προτσές της συσσώρευσης του Κεφαλαίου)
Κάτω από τις συνθήκες επισφάλειας η εργασία εσωτερικεύει ακόμα περισσότερο τη πειθάρχηση στους σκοπούς της εκάστοτε επιχείρησης, αυξάνοντας έτσι τη δύναμη του κεφαλαίου πάνω στην εργασία. Όπως όλες οι μέθοδες αύξησης της κοινωνικής παραγωγικής δύναμης έτσι και η εισαγωγή των νέων τρόπων οργάνωσης της εργασίας εφαρμόζονται σε βάρος του ατομικού εργάτη· και μετατρέπονται σε μέσα κυριαρχίας και εκμετάλλευσης του παραγωγού, κολοβώνοντας τον εργάτη κάνοντας τον μερικό άνθρωπο, υποβιβάζοντας τον σε εξάρτημα της μηχανής, μετατρέποντας όλο το χρόνο της ζωής του σε χρόνο εργασίας. (Κάρλ Μαρξ, ο.π)
Η ποιοτική διαφοροποίηση ανάμεσα στο σήμερα και το χθες των μεθόδων εκμετάλλευσης μας από τα αφεντικά, αφορά την αναγωγή της εργατικής δύναμης σε πληροφορία, την προσομοίωση της σε ψηφία μέσα σε τεράστιες βάσεις δεδομένων. Αυτή η πληροφοριοποίηση επιτρέπει τη διαρκή διάχυση της, τη διαρκή ευέλικτη προσαρμογή της στις ανάγκες του θεάματος, της κατανάλωσης, του life – styling, των οικονομικών κύκλων της συσσώρευσης. Έτσι η εργασιακή δύναμη διαπερνά τα σύνορα των συστημάτων σε παγκόσμιο και τοπικό επίπεδο, ρέει από περιοχή σε περιοχή, από επιχείρηση σε επιχείρηση, από τομέα δραστηριότητας σε τομέα δραστηριότητας, απελευθερωμένη από τα χωρικά και χρονικά όρια των προηγούμενων εποχών. Όλες οι εκφράσεις της καθημερινής ζωής των εργατών (εργασία, σχολείο, οικογένεια, συνήθειες, κλπ) προσαρμόζονται στη δια βίου μεταβολή των ορέξεων του κεφαλαίου, στο εφήμερο των καπιταλιστικών κύκλων συσσώρευσης. οδηγώντας τελικά στον κατακερματισμό των ατομικών και συλλογικών ταυτοτήτων και τη σχιζοφρένεια.
Η γενίκευση των επισφαλών σχέσεων εργασίας μετατρέπει την τάξη των προλετάριων σε ένα νομάδα, που η απελευθέρωση του βρίσκεται μέσα στην αναζήτηση νέων μορφών σύγκρουσης με το κεφάλαιο. Η σύγκρουση αυτή δεν πρέπει να περιοριστεί στο οικονομικό επίπεδο, γύρω από την αξίωση ενός νέου συστήματος ρύθμισης των σχέσεων εκμετάλλευσης, αλλά να επεκταθεί στη δημιουργία και διάχυση θεσμών αυτοοργάνωσης της κοινωνικής ζωής, που θα επιτρέπουν στους εργάτες την απεξάρτηση τους από την καπιταλιστική μηχανή της σχιζοφρένειας, και την πραγμάτωση της ευτυχίας μέσα από την ισότητα και την αλληλεγγύη όλων.
Saturday, December 26, 2009
Αυτοοργάνωση του ανταγωνιστικού κινήματος στη μεταφορντική εποχή.
“Ποια είναι όμως η φυσική οργάνωση των μαζών;
Είναι αυτή που βασίζεται στους ιδιαίτερους προσδιορισμούς
της πραγματικής ζωής,..”
Μιχαήλ Μπακούνιν (1)
Οι κοινωνίες του 21ου αιώνα διαμορφώνονται σε ένα παγκόσμιο πλέγμα κοινωνικών πολιτικών και πολιτιστικών σχέσεων, οι οποίες υπερβαίνουν τους επιμέρους “εθνικούς” κοινωνικο-οικονομικούς σχηματισμούς, και ελκύονται από την ελαστική κεφαλαιοκρατική συσσώρευση.
Στο επίπεδο της αξίας, ήδη από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα, εμφανίζεται δίπλα στην ανταλλακτική αξία και την αξία χρήσης, η συμβολική αξία των εμπορευμάτων. Τα προϊόντα της εργασίας μετατρέπονται σε φορείς νοημάτων, ιδεών, πολιτιστικών συμβόλων και σημείων, τα οποία ρίχνονται μέσα στη διαδικασία της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης, οδηγώντας στην ανάπτυξη ενός νέου βιομηχανικού κλάδου, αυτού του θεάματος. Ο εργάτης – παραγωγός (ανταλλακτικής αξίας), καταναλώνει προϊόντα για την αναπαραγωγή της εργατικής του δύναμης (αξίες χρήσης) αντιστοιχώντας σε κάθε ενέργεια ένα σύμβολο, μία πολιτιστική επιταγή, ένα ολόκληρο πλέγμα ετερόνομων σχέσεων, που οδηγούν στην αγκίστρωση του σε αξίες φετίχ. (αυτοκίνητο, σπίτι, κλπ) Φυσικά η αγκίστρωση αυτή δεν είναι αποτέλεσμα μίας διαδικασίας αποξένωσης και/ή αλλοτρίωσης αλλά μία επιλογή για την ικανοποίηση των επιθυμιών και των αναγκών του. Η εποχή του θεάματος και η αναδυόμενη κοινωνία των ειδώλων, η οποία βασίστηκε στη διαμόρφωση τεράστιων τραπεζικών μηχανισμών πίστωσης, πρόσφεραν σε κάθε εργαζόμενο, το όνειρο της στιγμιαίας πραγμάτωσης της “ελευθερίας” στον “παράδεισο” της κατανάλωσης εμπορευμάτων, τόσο στο χρηστικό όσο και στο συμβολικό επίπεδο. Το κράτος πρόνοιας με τις επιδοματικές του πολιτικές έδωσε χώρο για την μεγέθυνση των κεφαλαιοκρατικών συσσωρεύσεων μέσω της πλαστικοποίησης των καθημερινών συνηθειών των εργατών.
Στη φορντική οργάνωση της καθημερινής ζωής το εικοσιτετράωρο διαιρέθηκε σε τρία μέρη: α) εργασία (παραγωγή) β) αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, γ) ελεύθερος χρόνος, όπου ο ελεύθερος χρόνος ταυτιζόταν με την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης στο επίπεδο της κατανάλωσης. Τα τρία μέρη της κοινωνικής ζωής διαχειριζόταν ένα πλέγμα ιεραρχικών δομών εξουσίας, στο εργοστάσιο, στο σωματείο και στο κράτος. Το τρίγωνο αυτό επιτηρούσε το βίο των κολασμένων (βιοπολιτική) παράγοντας κοινωνική συναίνεση ανάμεσα σε κεφαλαιοκράτες και εργαζόμενους, που ήταν αναγκαία για τη διατήρηση της δύναμης των κυρίαρχων. Στη φορντική φάση αναδύθηκε ως ηγεμονική βιοπολιτική στρατηγική των κεφαλαιοκρατών η σοσιαλδημοκρατία και ο κεϋνσιανισμός.
Ο μεταφορντισμός έσπασε την κλασσική αλυσίδα παραγωγής των μεγάλων βιομηχανικών μονάδων σε επιμέρους δίκτυα τόσο στο επίπεδο του καταμερισμού εργασίας όσο και στο επίπεδο των τριών μερών της καθημερινής ζωής, και οδήγησε σε έναν κατακερματισμό των πληθυσμών σε ομάδες εστίασης (target groups). Η νέα βιοπολιτική στρατηγική είναι αυτή του νεοφιλελευθερισμού, που οδηγείται από το δόγμα της ελευθερίας κίνησης κεφαλαίων, εργασίας, εμπορευμάτων και πληροφορίας. Στο μεταφορντισμό όλα τα μέρη της καθημερινότητας εμπορευματοποιούνται με στόχο την υπερεκμετάλλευση της ζωντανής εργασίας και τη μεγιστοποίηση των κερδών. Παράλληλα η διαδικασία παραγωγής συναίνεσης δεν εξασφαλίζεται πλέον από τις “μαζικές” οργανώσεις του φορντισμού (συνδικάτα, ενώσεις, κόμματα και του κράτους – κεφαλαίου) αλλά από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Το κράτος περιορίζεται στη διαμόρφωση ενός χώρου φρούριου, που ενεργοποιείται ως μόνιμη πλέον κατάσταση εξαίρεσης, προκαλώντας τον τρόμο, κάθε φορά που υπάρχει το ρίσκο της “κατάρρευσης” σε κοινωνικό οικονομικό πολιτικό κλπ επίπεδο. (πανδημίες, οικονομική κρίση κα) .
Ο μαζικός παραγωγός και καταναλωτής κατακερματίζεται και κατανέμεται σε τεράστιες βάσεις δεδομένων ως ψηφία της παγκοσμιοποίησης. Όλα τα εμπορεύματα (μεταξύ αυτών και η εργασία) αποκτούν έναν εφήμερο χαρακτήρα με ημερομηνία λήξης προσαρμοσμένα στη λογική της ελαστικής κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης. Σταδιακά η καθημερινή ζωή των κολασμένων της γης μετατρέπεται σε ένα διαρκές κυνήγι εργασίας, πιστώσεων, προσφορών, πολιτιστικών συμβόλων κλπ Αποτέλεσμα όλων αυτών των αλλαγών είναι ο κατακερματισμός των μαζικών θεσμίσεων της καθημερινής ζωής των εργατών. Ζώντας σε ένα ασυνεχές χώρο και χρόνο η εργατική “τάξη” καθρεφτίζεται πλέον μόνο μέσα στις στατιστικές αναλύσεις των κοινωνικών ερευνών, του κράτους και του κεφάλαιου. Όλες οι επιστήμες διατάσσονται κάτω από την κυβερνητική βιοπολιτική διαχείριση των κυρίαρχων με σκοπό ένα και μοναδικό σκοπό τη διατήρηση αυτής της κυριαρχίας.
Κάθε εξέγερση που αρνείται πλευρές αυτής της κυριαρχίας, σε ένα από τα τρία μέρη της καθημερινής ζωής των εργατών, συνεισφέρει αλλά δεν μπορεί να έρθει σε ρήξη με την πολυπλοκότητα τους. Πώς όμως μέσα από αυτό το χάος των σύγχρονων ετερόνομων κοινωνικών σχέσεων, τον κατακερματισμό της καθημερινής μας ζωής, μπορούμε να κάνουμε εκείνες τις επιλογές, που θα μας οδηγήσουν στην τελική ρήξη με το σύστημα της εκμετάλλευσης και τη δημιουργία μίας κομμουνιστικής κοινωνίας ελεύθερων και ίσων πολιτών; Η απάντηση φυσικά βρίσκεται στην αυτοοργάνωση της καθημερινής ζωής σε όλα τα επίπεδα του κατακερματισμένου εικοσιτετράωρου, στην παραγωγή, την αναπαραγωγή και τον ελεύθερο χρόνο.
Στην εποχή της πολυπλοκότητας η αυτοργάνωση μας πρέπει να έχει τη δυνατότητα να α) συγκεντρώνει τη συνολική δύναμη των εξεγερμένων, ενάντια σε κράτος, κεφάλαιο, μμε β) να διαχέει τα αποτελέσματα της σε ολόκληρη την κοινωνία ανοίγοντας ρήγματα στα καθημερινά πλέγματα της εξουσίας σε τοπικό/παγκόσμιο επίπεδο και γ) να σέβεται την αυτονομία του εκάστοτε εγχειρήματος κοινωνικού ανταγωνισμού (συλλογικότητας, ομάδας, επαναστατικού σωματείου κα). Ο συντονισμός αυτός οφείλει εκτός από την άρνηση των κυρίαρχων σχέσεων εξουσίας να οδηγήσει στη θέσμιση αντιιεραρχικών σχέσεων δημιουργίας, βοηθώντας στην ενοποίηση του θρυμματισμένου κόσμου της καθημερινής ζωής των κυριαρχούμενων και την τελική ρήξη με τις ετερόνομες συνθήκες της καπιταλιστικής κοινωνίας.
Στην εποχή της πληροφορίας είναι δυνατή η οριζόντια επικοινωνία αλλά και ο συντονισμός ανάμεσα στις διάσπαρτες στο χώρο συλλογικότητες, μέσα από την κοινωνική τους δικτύωση στον πραγματικό χρόνο και χώρο. Οι τεχνολογίες του web 2.0 αλλά και δεκάδες εγχειρήματα όπως αυτό του indymedia επιτρέπουν πλέον την αδιαμεσολάβητη επικοινωνία ανάμεσα τους. Αυτό που λείπει είναι η βούληση σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο για τη δημιουργία αυτού του δικτύου πραγμάτωσης της αλληλεγγύης ανάμεσα μας. Βέβαια τα καλύτερα μαγειρεία της εξέγερσης βρίσκονται στις συντροφικές κουζίνες των οδοφραγμάτων μας.
Μεταφορντισμός. Η περίπτωση της πόλης της Νάουσας
Στα τέλη της δεκαετίας του '70 διαμορφώθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο ένας κυρίαρχος συνασπισμός εξουσίας ανάμεσα σε κράτη, οργανισμούς (ΔΝΤ, ΠΟΕ, ΕΕ, ΝΑFTA κλπ), και μερίδων της κεφαλαιοκρατικής τάξης με υπερεθνικά χαρακτηριστικά. Ο υπερεθνικός αυτός συνασπισμός οδήγησε σε έναν νέο συμβιβασμό ανάμεσα σε κεφάλαιο και εργασία με βασικό στόχο την προσαρμογή των κοινωνικο-οικονομικών σχηματισμών, στη λογική της ελαστικής κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης. Το δόγμα της νέας τάξης πραγμάτων συνέθεταν η ελευθερία κίνησης κεφαλαίων, εργασίας, εμπορευμάτων και πληροφορίας.
Την ελαστικοποίηση της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης ακολούθησε και η ελληνική περιφέρεια. Στα πλαίσια της προσαρμογής αυτής η πόλη της Νάουσας μετατράπηκε σταδιακά σε ένα φάντασμα της βιομηχανικής εποχής. Η πόλη έφτασε στη ακμή της τα μέσα της δεκαετίας του '80 όταν οι κλωστοϋφαντουργοί εργαζόμενοι έφταναν τις 4.000. Στη δεκαετία αυτή διαμορφώνεται και ο κυρίαρχος επιχειρηματικός όμιλος του Θ. Λαναρά (ΚΛΩΝΑΤΕΞ ή μετέπειτα Ενωμένη Κλωστοϋφαντουργία United Textiles) Η ΕΝΚΛΩ μέχρι και το 2005 κατείχε ηγετική θέση στον τομέα του νήματος με 35% μερίδιο στην εγχώρια αγορά και 15% στην ευρωπαϊκή, και διεθνείς συνεργασίες με μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες στον κλάδο της ένδυσης όπως είναι οι Nike, Adidas, Reebok, Benetton.1
Τη δημιουργία του κολοσσού της ΕΝΚΛΩ στήριξε το κράτος με τις νεοφιλελεύθερες διαχειρίσεις του (ΠΑΣΟΚ ΝΔ) αλλά και ο γραφειοκρατικός συνδικαλισμός της ΓΣΕΕ. Η τριμερής σχέση της φορντικής εποχής (κεφάλαιο – κράτος – ΓΣΕΕ) στήριξαν τη διαδικασία της συγκέντρωσης κεφαλαίου από τον Λαναρά. Η ενίσχυση της διαδικασίας αυτής γινόταν πάντα με πρόσχημα την “κρίση” που απειλούσε τον κλάδο της κλωστοϋφαντουργίας και την ανάγκη “εξυγίανσης” της εταιρείας. Έτσι η “εξυγίανση” χρηματοδοτήθηκε το 1996 με 4,7 δις δραχμές, το 2004 με 23 εκ ευρώ, ενώ το 2008 η εταιρεία εξασφάλισε 35 εκ ευρώ. Τα κεφάλαια αυτά επενδύθηκαν στη σταδιακή μεταφορά των εργοστασίων σε χώρες μικρότερου εργασιακού κόστους (Αλβανία, “Μακεδονία”, Βουλγαρία κ.α) Στη “μητροπολιτική έδρα” της επιχείρησης διατηρήθηκαν οι τομείς της έρευνας και διοίκησης, του ελέγχου των πωλήσεων και των δικτύων διανομής και του μάρκετινγκ.
Η κατάτμηση της φορντικής αλυσίδας της παραγωγής της ΕΝΚΛΩ, σε μονάδες με χαμηλή ειδίκευση και εργασιακό κόστος και μονάδες διοίκησης με υψηλή ειδίκευση, ακολούθησε τη λογική της ελαστικής μεταφορντικής οργάνωσης, που κυριαρχεί μετά την δεκαετία του 80 σε παγκόσμιο επίπεδο. Κάθε βήμα της εταιρείας στη νέα εποχή συνοδεύτηκε με χιλιάδες απολύσεις εργαζομένων στη Νάουσα. Μέσα σε μία δεκαετία περίπου χάθηκαν στην πόλη 3500 θέσεις εργασίας αυξάνοντας έτσι την ανεργία στο 50% του ενεργού πληθυσμού. Το 2004 η έκλεισαν οι παραγωγικές μονάδες της Τρικολάν, των Κλωστηρίων Β και της Ολυμπιακής στη Νάουσα, παραδίδοντας 250 εργάτες στην ανεργία. Ενώ στα μέσα του 2008 οι εργαζόμενοι ειδοποιήθηκαν για νέες απολύσεις.2
Η “κρίση” του κλάδου, που ουσιαστικά αποτελεί μία περίοδο του κύκλου της συσσώρευσης, οδήγησε κεφάλαιο και εργασία σε σύγκρουση για τους όρους της μεταξύ τους σχέσης. Σε όλες τις περιπτώσεις το ΕΚ της Νάουσας με το ΠΑΜΕ έπαιξαν και συνεχίζουν να παίζουν ηγεμονικό ρόλο στην οργάνωση, αλλά και τον καθορισμό της στρατηγικής και των μορφών του αγώνα των κλωστοϋφαντουργών. Η στρατηγική αυτή έχει δύο άξονες:
τη λογική της προνοιακής ενίσχυσης των εργαζόμενων, των ανέργων και των οικογενειών τους.
την κρατική παρέμβαση για τη διατήρηση της λειτουργίας των εργοστασίων. Φυσικά λόγος δε γίνεται από τις δυνάμεις αυτές για τη δυνατότητα αυτοδιαχείρισης των μονάδων της επιχείρησης από τους ίδιους τους εργαζόμενους, όταν υπάρχει ανάλογη εμπειρία από τον αγώνα των εργατών σε κλωστοϋφαντουργική επιχείρηση της Αιγύπτου, η διαχείριση της οποίας πέρασε στα χέρια τους. 3
Αυτοοργάνωση: η επιλογή των κυριαρχούμενων.
Η είσοδος της πόλης στην εποχή του μεταφορντισμού οδήγησε και σε μία γενίκευση των σχέσεων εργασιακής επισφάλειας. Η ανεργία έχει φτάσει στο 50%, οι εργαζόμενοι σε όλους τους κλάδους (τουρισμό, επισίτηση, οικοδομή, υπηρεσίες) εργάζονται κυριολεκτικά με το όπλο παραπόδας, χωρίς ωράριο, ασφάλιση και συνδικαλιστικά δικαιώματα. Οι σχέσεις αυτές έχουν επεκταθεί ακόμα στον κλάδο της κλωστοϋφαντουργίας, όπου τα τελευταία χρόνια έχει εισαχθεί και ο θεσμός της επινοικίασης εργαζόμενων από εταιρείες.
Με τη σταδιακή “αποβιομηχάνιση” της, η πόλη της Νάουσας και τη μετατροπή της σε πρωτεύουσα της επισφάλειας, βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλημμα. Να διατηρήσει τα χαρακτηριστικά της βιομηχανικής περιόδου ή να διαμορφώσει νέες κοινωνικές και οικονομικές δομές, που θα της επιτρέψουν να περάσει στη μεταβιομηχανική εποχή. Το δίλημμα έχει τεθεί στο τραπέζι και από τους κρατικούς, πολιτικούς και συνδικαλιστικούς “αντιπροσώπους” της τοπικής κοινωνίας, που κλήθηκαν να διαχειριστούν την κρίση, ανεξάρτητα από την επιμέρους κομματική ταυτότητα τους. Η επιλογή της διεξόδου από την “κρίση” δεν πρέπει να σχεδιαστεί στα επιτελεία των κυρίαρχων αλλά στο δρόμο της αυτοοργάνωσης των κυριαρχούμενων.
Δεν έχει σημασία αν η πόλη επιλέξει τη μία ή την άλλη διέξοδο, αλλά αν η επιλογή αυτή αφορά τα συμφέροντα του κράτους και του κεφαλαίου ή τα συμφέροντα και την απελευθέρωση της καθημερινής ζωής των πρεκάριων.
Το τελευταίο διάστημα στην πόλη γίνονται προσπάθειες διαμόρφωσης δομών αυτοοργάνωσης στους χώρους της εργασίας αλλά και της καθημερινής ζωής. Από τις πρώτες επαφές και τις συζητήσεις μας, φαίνεται ότι ωριμάζει σαν κοκκινόμαυρο κρασί (ιδιαίτερη ποικιλία της περιοχής με την ονομασία ξινόμαυρο), η ιδέα μίας αδιαμεσολάβητης άμεσης και δημοκρατικής οργάνωσης, των συμφερόντων των σύγχρονων μισθωτών σκλάβων.
1Christina Karakioulafis, (2005) European industrial relations observatory online http://www.eurofound.europa.eu/eiro/2005/04/feature/gr0504107f.htm [24-10-2009]
2Για την υπόθεση της Τρικολάν (2005) εκ των έσω. Black out τεύχος 0 http://www.blackout.gr/keimena/17 [27-10-2009]
310th of Ramadan textile workers self-manage factory http://libcom.org/news/10th-ramadan-textile-workers-self-manage-factory-30082009 [27-10-2009]
Wednesday, July 15, 2009
Η υλική κατασκευή της κατάστασης εξαίρεσης και ο βιοπολιτικός έλεγχος της μετανάστευσης στη σύγχρονη εποχή. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών

Οι σύγχρονες κοινωνίες αναδύονται σε παγκόσμιο επίπεδο από την ταυτόχρονη εξέλιξη και σύνθεση των δράσεων των υποκειμένων (ατομικών και συλλογικών) σε τρία επίπεδα: το επίπεδο του φυσικού χώρου (παραδοσιακός χώρος των “εθνικών” κοινωνικών σχηματισμών), το επίπεδο των δικτύων (ο χώρος που αναδύεται μέσα από τη επικοινωνία των υποκειμένων σε υπερεθνικό επίπεδο) και το επίπεδο των ροών (που αφορά το χώρο που παράγεται από την “ελεύθερη” κίνηση κεφαλαίου, εργατικού δυναμικού, και εμπορευμάτων αλλά και τις δικτυακές επαφές σε παγκόσμιο επίπεδο). Η “ελευθερία” κίνησης ανθρώπων, κεφαλαίων και εμπορευμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο διαμορφώνει ένα νέο μοντέλο κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης αυτό της ευελιξίας. Τα βασικά χαρακτηριστικά του είναι η μεταφορντική οργάνωση της παραγωγής και της κατανάλωσης, η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού, και ένα νέο σύστημα πειθαρχικού ελέγχου, που οδηγεί στο μετασχηματισμό των μηχανισμών επιτήρησης στο επίπεδο των οικονομικών αλλά και των κρατικών συστημάτων.
Η ελαστική κεφαλαιοκρατική συσσώρευση οδηγεί - χωρίς να προσδιορίζει σε τελική ανάλυση - τις κοινωνικές σχέσεις σε οικονομικό, πολιτικό και πολιτισμικό επίπεδο, διαμορφώνοντας νέους χωροχρονικούς τόπους δράσης, που διαπερνούν τα παραδοσιακά σύνορα των εθνο-κρατικών κοινωνικών σχηματισμών χωρίς όμως να τα καταργούν. Εικόνες, γεγονότα, σύμβολα, πληροφορίες, κεφάλαια, πληθυσμοί, ρέουν σε παγκόσμιο επίπεδο με αποτέλεσμα τα κοινωνικο-οικονομικά συστήματα να βρίσκονται σε μία κατάσταση πέρα από την ισορροπία ή όπως θα έλεγε ο Agamben σε μία διαρκή κατάσταση εξαίρεσης.(1)
Από τις αρχές τις δεκαετίας του '80, στα πλαίσια της κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού και της συνακόλουθης μεγέθυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και της γενίκευσης των ενδο-καπιταλιστικών αντιθέσεων για την αναδιανομή των σφαιρών οικονομικής και πολιτικής επιρροής, αυξάνεται διαρκώς ο αριθμός των μεταναστών και των προσφύγων (2). Μολονότι ένα μέρος της κεφαλαιοκρατικής ανάπτυξης τις τελευταίες δεκαετίες βασίζεται στη μετανάστευση, τα κράτη προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις κοινωνικές ανισότητες αλλά και να ελέγξουν τις δυνητικές απειλές, που αναδύονται από την ατομική ή συλλογική αντίδραση των κοινωνικών απορριμάτων (Bauman), προσαρμόζουν τις δομές πολιτικού ελέγχου και επιτήρησης στα νέα δεδομένα, με σκοπό τη διατήρηση της διαδικασίας της συσσώρευσης.
Το αποτέλεσμα είναι η μετάλλαξη της οργάνωσης του πειθαρχικού ελέγχου των κρατών, τόσο στο επίπεδο των πολιτικών μηχανισμών τους (αστυνομία, φυλακές, σχολεία κλπ) “με τις οποίες το κράτος αφομοιώνει στο εσωτερικό του τη μέριμνα της φυσικής ζωής των ατόμων” (βιοπολιτικός έλεγχος),·όσο και στο επίπεδο των τεχνολογιών του εαυτού, μέσω των οποίων συντελείται η “διαδικασία της υποκειμενοποίησης”, η οποία ωθεί άτομα και ομάδες στην αγκίστρωση στην ταυτότητα τους ενώ ταυτόχρονα νομιμοποιεί στη συνείδηση τους τον εξωτερικό έλεγχο. (Agamben, Foucault) Στα πλαίσια αυτά η προσπάθεια των κρατικών μηχανισμών να ρυθμίσουν τη μετανάστευση έχει ως στόχους:
1.τον έλεγχο της ροής μεταναστών δια και από τα “σύνορα” των κρατικών επικρατειών, με σκοπό τη μείωση των δυνητικών κινδύνων, που μπορεί να προκύψουν λόγω των κοινωνικών διαφοροποιήσεων (οικονομκών ανισοτήτων, πολιτιστικών διαφορών κλπ)
2.τη χειραγώγηση και την “εκγύμναση” των μεταναστών μέσω των πειθαρχικών μηχανισμών, στην ηθική του ευέλικτου, ευπροσάρμοστου και πειθαρχημένου εργαζόμενου
3.τον έλεγχο της ροής της εργασιακής δύναμης στο εσωτερικό των κοινωνικών σχηματισμών, σε σχέση με τις εκάστοτε ανάγκες της αγοράς για φθηνή εργατική δύναμη
4.τελικά την προστασία και τη μεγέθυνση της ελαστικής κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης.
Οι στόχοι αυτοί διαμορφώνουν μία κατάσταση εξαίρεσης, καθιστώντας τους “χωρίς χαρτιά” μετανάστες ως ανάθεμα, ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό της εδαφικής επικράτειας των κρατών μελών ευρύτερων κοινωνικοοικονομικών συσσωματώσεων όπως αυτό της ΕΕ. Οι αναθεματισμένοι τοποθετούνται σε ένα κατώφλι όπου ζωή και δίκαιο, θάνατος και άδικο συγχέονται. Εάν στα παραδοσιακά πανοπτικά συστήματα επιτήρησης και ελέγχου ο στόχος ήταν ο παραδειγματισμός των παραβατών μέσω του εγκλεισμού και της παρακολούθησης των συμπεριφορών τους, τα σύγχρονα συστήματα επιτήρησης εξαιρούν περικλείοντας τούς δυνητικά επικίνδυνους για τη διατήρηση της τάξης, προκαταστέλλοντας τις συμπεριφορές τους.
Η αλλαγή αυτή στον προσανατολισμό των συστημάτων επιτήρησης οδηγεί στο πέρασμα της οργάνωσης των σχέσεων εξουσίας από το μοντέλο της φυλακής, στο μοντέλο του στρατόπεδου συγκέντρωσης. Το στρατόπεδο συγκέντρωσης αποτελεί το κυρίαρχο μοντέλο επιτήρησης της καθημερινής ζωής των ατόμων στο “εργοστάσιο”, το σχολείο, το εμπορικό κέντρο, την πόλη του 21ου αιώνα. Το στρατόπεδο συγκέντρωσης οργανώνει το βιοπολιτικό έλεγχο της ροής των αναθεματισμένων πληθυσμών, στα “πορώδη” σύνορα της παγκοσμιοποίησης, προκαταστέλλοντας μέσω του εγκλεισμού και της εκγύμνασης των συμπεριφορών εκείνων, που μπορεί δυνητικά να απειλήσουν την ισορροπία της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης και της Νέας Τάξης Πραγμάτων.
(1) Η κατάσταση εξαίρεσης αφορά το κατώφλι στο οποίο βρίσκονται οι κοινωνικοί σχηματισμοί ανάμεσα στην τάξη και την αταξία, όπου κυριαρχεί η πολυπλοκότητα, η αβεβαιότητα και το ρίσκο.
(2)Ο ΟΗΕ το 2005 υπολόγισε τον αριθμό των μεταναστών σε παγκόσμιο επίπεδο στα 190 εκ ή σε 3% του παγκόσμιου πληθυσμού.
Tuesday, June 16, 2009
Για τη βία.

Η εικόνα είναι έργο του
William Kelly
Η χρήση βίας (λεκτικής, ψυχολογικής, σωματικής, πολιτικής, ένοπλης κλπ) σε όλες τις κοινωνικές σχέσεις αποτελεί το μέσο επιβολής ενός κυρίαρχου πάνω σε έναν κυριαρχούμενο. Του άνδρα πάνω στη γυναίκα, του γονιού πάνω στα παιδιά, του δάσκαλου πάνω στους μαθητές, του κράτους πάνω στους υπηκόους του, του "επαναστάτη" πάνω στο φορέα της άσκησης της οποιαδήποτε μορφής κυριαρχίας.
Είναι οξύμωρο το γεγονός, άνθρωποι που παλεύουν για την αλλαγή του κόσμου να αποδέχονται άκριτα την άσκηση βίας. Η αποδοχή της χρήσης βίας από την πλευρά τους στηρίζεται σε ιδεολογήματα του τύπου: η βία είναι η μαμή της ιστορίας, η χρήση της επιβάλλεται όταν οι "μάζες" διεκδικούν την πολιτική τους αυτονομία, για τον παραδειγματισμό του εκάστοτε κυρίαρχου κλπ. Αν και τα κοινωνικά και ιστορικά παραδείγματα σε μία πρώτη ανάγνωση ενισχύουν τέτοια επιχειρήματα, με μια δεύτερη πιο κριτική ματιά μπορούμε να οδηγηθούμε εύκολα στο συμπέρασμα, πως η βία από οποιαδήποτε πλευρά και αν προέρχεται, οδηγεί στην αναπαραγωγή και διαιώνιση των δεδομένων σχέσεων δύναμης σε μια κοινωνία. (Για παράδειγμα η γαλλική και η οκτωβριανή επανάσταση οδήγησαν στην παγίωση ενός συσχετισμού δύναμης προς όφελος ενός κυρίαρχου συνασπισμού εξουσίας, αστοί "ριζοσπαστικοί δημοκράτες" στη μία περίπτωση, μπολσεβίκοι στη δεύτερη)
Την τελευταία τριανταετία τα κράτη ως τα κατεξοχήν μονοπώλια της άσκησης φυσικής βίας (Μαξ Βέμπερ), οργανώνουν την κυριαρχία τους μέσα από τη σταδιακή τους μετάλλαξη από κράτη- πρόνοιας ρυθμιστές της "κοινωνικής ειρήνης" σε κράτη φρούρια - αυξάνοντας τους μηχανισμούς επιτήρησης, βελτιώνοντας το νομοθετικό αλλά και το κατασταλτικό πλαίσιο της επαγρύπνησης τους απέναντι σε οποιοδήποτε δυνητικό εχθρό (πολιτικό φορέα, μετανάστη, ασθενή κλπ) Μιλάω για μετάλλαξη και όχι μεταρρύθμιση γιατί θεωρούμε ότι τα κράτη σε όλες τις εποχές έχουν στον κεντρικό πυρήνα τόσο της οργάνωσης, όσο και της νομιμοποίησης της ταξικής κυριαρχίας τους τη χρήση βίας.
Απέναντι σε αυτή τη μετάλλαξη ποια είναι η στάση της "αριστεράς" σε θεωρητικό και ιδεολογικό επίπεδο; Σχεδόν όλες οι συνιστώσες της αριστεράς σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό αποδέχονται τη χρήση βίας έστω και σε έκτατες καταστάσεις, όταν για παράδειγμα κινδυνεύει η πολιτική τους υπόσταση είτε από τον εσωτερικό είτε από τον εξωτερικό εχθρό. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: μπορεί ένα σύγχρονο πολιτικό ριζοσπαστικό κίνημα να απαντήσει αλλά και να διεκδικήσει από το μέλλον έναν κόσμο, όπου οι συγκρούσεις θα μπορούν να λύνονται στη βάση ενός διαρκούς διαλόγου και όχι της βίας;
Κατά την ταπεινή μου γνώμη η χρήση της βίας είναι καταδικαστέα πολιτικά για δύο λόγους. 1) η βία αναπαράγει τις σχέσεις εξουσίας, τόσο στο μικροεπίπεδο μιας κοινωνίας (οικογένεια, σχολείο, εργοστάσιο κλπ) όσο και στο μακρο επίπεδο της (μηχανισμοί καταστολής, επιτήρησης, κλπ) . 2) η χρήση βίας οδηγεί τελικά στη διαμόρφωση δομών στο επίπεδο της προσωπικότητας, της ομάδας αλλά και κοινωνιών, που δεν επιτρέπουν την ελεύθερη, δημοκρατική και αντι-ιεραρχική οργάνωση τους.
Τελικά η χρήση βίας μετατρέπει την οποιαδήποτε προσπάθεια απελευθέρωσης της κοινωνίας σε μία αποτυγχημένη εγκατάσταση μίας φυλακής ανελεύθερων.
Μία μελλοντική ελεύθερη κοινωνία, που αναδύεται από ελεύθερους ανθρώπους είναι απαραίτητο να στηριχθεί στην διαμόρφωση προσωπικοτήτων αλλά και συλλογικοτήτων οι οποίες καταδικάζουν απερίφραστα τη χρήση βίας.
Ο δρόμος προς την απελευθέρωση περνά από την υϊοθέτηση πρακτικών μη-βίας.
Saturday, March 29, 2008
Raoul Vaneighem- Έρωτας και Επικοινωνία (Αφιέρωμα στο Μάη του 68)

"Το πάθος για έρωτα κουβαλάει μέσα του το πρότυπο μίας τέλειας επικοινωνίας: τον οργασμό, την ακμή της συμφωνίας των ερωτικών συντρόφων. Και αυτό στο σκοτάδι της καθημερινής επιβίωσης, είναι το περιοδικό φεγγοβόλημα του ποιοτικού. Η βιωμένη ένταση, η ιδιαιτερότητα, η δραστικότητα των αισθήσεων, η κινητικότητα των συγκινήσεων, η όρεξη για αλλαγή, και ποικιλία, όλα για να ξαναφέρουν το πάθος στις ερημιές του Παλαιού Κόσμου, συνεπάγονται το πάθος για Έρωτα. Από μία επιβίωση χωρίς πάθος, μπορεί να γεννηθεί το πάθος για μία πολλαπλή ζωή. Οι ερωτικές χειρονομίες συνοψίζουν και συμπυκνώνουν την επιθυμία και την πραγματικότητα μίας τέτοιας ζωής. Το σύμπαν που χτίζουν με όνειρα και αγκαλιάσματα οι αληθινοί εραστές είναι διάφανο... οι εραστές θέλουν να νιώθουν παντού σαν στο σπίτι τους.
Ο έρωτας, περισσότερο από άλλα πάθη, κατόρθωσε να διατηρήσει τη δόση του ελευθερίας. Η δημιουργία και το παιχνίδι "ευεργετήθηκαν" πάντοτε με μία επίσημη εκπροσώπηση, με μία θεαματική αναγνώριση που τα αλλοτρίωνε, από την πηγή τους. Ο έρωτας δεν απομακρύνθηκε ποτέ από κάποια μυστικότητα, από κάτι που βαφτίστηκε στενή οικειότητα. Βρέθηκε προστατευμένος από την αντίληψη περί ιδιωτικής ζωής, διωγμένος από το φως της ημέρας (που προορίζεται για την εργασία και την κατανάλωση) και απωθημένος στα μύχια της νύχτας στα κοσκινισμένα φώτα. Έτσι γλίτωσε ενμέρει από την ασταμάτητη οικειοποίηση της κάθε ημερήσιας δραστηριότητας. Δεν μπορεί να πει κανείς το ίδιο και για το σχέδιο επικοινωνίας. Η σπίθα του ερωτικού πάθους χάνεται κάτω από τις στάχτες της ψευτοεπικοινωνίας. Με το να οξύνεται κάτω από το βάρος του καταναλώσιμου, η παραποίηση κινδυνεύει να φτάσει στις μέρες μας μέχρι τις απλές χειρονομίες του έρωτα (σχόλιο δικό μου έχει φτάσει). Όσοι μιλάνε για επικοινωνία, όταν το μόνο που υπάρχει είναι σχέσεις αντικειμένων, διαδίδουν το ψέμα και την παρεξήγηση τα οποία και πραγματοποιούν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
Συννενόηση, κατανόηση, συμφωνία......
Τι σημαίνουν αυτές οι λέξεις όταν γύρω μου βλέπω μονάχα εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους, διευθύνοντες και εκτελεστές, ηθοποιούς και θεατές, όλους ανθρώπους που οι μηχανές της εξουσίας τους αλέθουν σαν στάρι....
Η μοναδική ευχαρίστηση που γνώρισε ο αστισμός ήταν να εξαφανίσει κάθε ευχαρίστηση. Δεν του έφτασε να φυλακίσει την ερωτική επιθυμία στη ρυπαρή ιδιοποίηση ενός γαμήλιου συμβολαίου, και να της δίνει άδεια εξόδου την καθορισμένη στιγμή για τις ανάγκες της μοιχείας..... δεν αρκέστηκε στη ζήλεια και στο ψέμα για να δηλητηριάσει το πάθος... πέτυχε να χωρίσει τους εραστές μέσα στο ίδιο το σφιχταγκάλιασμα τους.
Η ερωτική απογοήτευση δεν προέρχεται από το ότι οι εραστές δεν μπορούν να αποκτήσουν ο ένας τον άλλον, ...... αλλά από την αίσθηση ότι ο ένας είναι αντικείμενο για τον άλλον......
Ο δυτικός πολιτισμός είναι πολιτισμός εργασίας και όπως λέει ο Διογένης: "Ο έρωτας είναι απασχόληση των τεμπέληδων". Με τη βαθμιαία εξαφάνιση της καταναγκαστικής εργασίας, ο έρωτας καλείται να ανκτήσει το χαμένο του έδαφος. Και αυτό κρύβει πολλούς κινδύνους για κάθε μορφή εξουσίας. Επειδή ο έρωτας είναι ενωτικός, είναι και ελευθερία του πολλαπλού. Δεν υπάρχει καλύτερη προπαγάνδα για την ελευθερία από την γαλήνια ελευθερία της απόλαυσης. ....
Η ηθική της επιβίωσης καταδίκασε την ποικιλία των ηδονών, όπως καταδικάζει και την ενωτική πολλαπλότητα, σε όφελος του επαναληπτικού. Αν η ευχαρίστηση - άγχος ικανοποιείται με το επαναληπτικό, η πραγματική ηδονή συμβιβάζεται μονάχα με την ποικιλία μέσα στην ενότητα. ... Στο ερωτικό η μόνη διαστροφή που υπάρχει είναι η άρνηση της ηδονής...."
(Ραούλ Βανεγκέμ - Η επανάσταση της καθημερινής ζωής -πρώτη Γαλλική έκδοση 1967 - Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος)
Thursday, November 29, 2007
Βαθμοί Ελευθερίας της γνώσης Ι

Brain school machines II
Ζήτημα πρώτο οι βαθμοί ελευθερίας και αυτοπροσδιορισμού των υποκειμένων, που συμμετέχουν στη θέσμιση του σχολείου.
Ζήτημα δεύτερο η σχέση ανάμεσα στην παραγωγή και αναπαραγωγή της γνώσης σε συνθήκες ρίσκου.
Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα η γνώμη μου είναι ότι αν θέλουμε να μεταμορφώσουμε το εκπαιδευτικό μας σύστημα σε ένα πεδίο ελευθεριακών καταστάσεων, οφείλουμε πρώτα να μεταμορφώσουμε την προσέγγιση μας απέναντι στο ζήτημα της ελευθερίας.
Η παραδοσιακή θεωρία προσεγγίζει την ελευθερία στη βάση της σύγκρουσης ανάμεσα σε καλό και κακό, κατώτερους και ανώτερους, ελεύθερους και σκλάβους, αλλοτριωμένους και μη, αστούς και εργάτες, κυρίαρχους και κυριαρχούμενους. Σε όλες τις προσεγγίσεις η ελευθερία ορίζεται τελικά ως η συνισταμένη των δυνάμεων σύγκρουσης. Η άποψη μου τείνει να βλέπει την ελευθερία ως μία κατάσταση η οποία αναδύεται και δεν ανάγεται σε κάποια υπεριστορικά αίτια. Δηλαδή η ελευθερία είναι μία διαρκής κατάσταση συγκρούσεων και συναινέσεων ανάμεσα στις κοινωνικές συνθήκες και τους φορείς της δράσης, οι οποίες δεν αθροίζονται σε ένα συγκεκριμένο επίσης υπεριστορικό αποτέλεσμα - ουτοπία, παράδεισος, σοσιαλισμός...
Η σχέση ανάμεσα στους φορείς της δράσης (στο σχολείο αυτοί είναι: οι μαθητές, οι καθηγητές, οι διοικητικοί υπάλληλοι, οι προϊστάμενοι της εκπαίδευσης, οι δομές του εκπαιδευτικού συστήματος, η πολιτική ηγεσία, οι παράλληλοι στο σχολείο θεσμοί - φροντιστήρια κλπ κλπ, κλπ) δεν είναι ούτε ελεύθερες ούτε ανελεύθερες. Οι φορείς της δράσης σε κάθε στιγμή επιλέγουν - ακόμα και στα πλαίσια των πλέον αυταρχικών θεσμών - την προσωπική τους πορεία μέσα στα δίκτυα της ενδοσχολικής επικοινωνίας. Για παράδειγμα η αδιαφορία ενός μαθητή για το μάθημα της κοινωνιολογίας είναι μία επιλογή, η οποία απορρέει από τις δομές του εκπαιδευτικού συστήματος αλλά δεν καθορίζεται από αυτές... Η ευθύνη της αδιαφορίας πρέπει να αναζητηθεί τόσο στην πλευρά του μαθητή όσο και στην πλευρά του θεσμού.... όταν η επικοινωνία αποτυγχαίνει το πρόβλημα τοχουν και τα δύο μέρη.... όμως κατά τη γνώμη μου η αδιαφορία του μαθητή είναι ελευθερία (μπορεί να μην μαρέσει, να με προσβάλει, να με αποτελειώνει) στο βαθμό που είναι επιλογή του.
Επομένως η ελευθερία στην άποψη δε συνδέεται με κάποιες "αλήθειες" απαράβατες και ανιστορικές αλλά με τη δυνατότητα των ατόμων να επιλέγουν χωρίς να δημιουργούν πρόβλημα στην επικοινωνία.
Τώρα από τα προηγούμενα ίσως αναδείχτηκε η πολυπλοκότητα του σχολικού θεσμού. Η πολυπλοκότητα παράγει ένα περιβάλλον αβεβαιότητας αλλά και εναλλακτικών επιλογών για τα υποκείμενα.
Η αβεβαιότητα έχει να κάνει με την αδυναμία των υποκειμένων να προβλέψουν τη μελλοντική εξέλιξη των επιλογών τους, ενώ οι πολλές εναλλακτικές επιλογές στα σταυροδρόμια της ζωής του αυξάνουν τόσο την ελευθερία των επιλογών όσο και την αβεβαιότητα. Το ρίσκο είναι ακριβώς η αβεβαιότητα αλλά και η δυνατότητα επιλογής διαφορετικών δρόμων. Στο σημείο αυτό διαχωρίζω τη θέση μου από εκείνες τις αντιλήψεις, οι οποίες θεωρούν το ρίσκο ως πηγή ανασφάλειας και κινδύνου για τα υποκείμενα. Το ρίσκο είναι μία κατάσταση όπου κίνδυνος και ελευθερία συνυπάρχουν και συνδέονται με την ομορφιά της δημιουργίας. Ο κίνδυνος μίας άποψης που αναδεικνύει την αβεβαιότητα σε κυρίαρχο ζητούμενο της εκπαίδευσης ουσιαστικά αναπαράγει την κυρίαρχη κουλτούρα του ρίσκου, όπως αυτή παράγεται στο σύγχρονο κόσμο των δικτύων. Η πολιτική διαχείρισης του ρίσκου στο σύγχρονο κόσμο αυξάνει την επιτήρηση και τους μηχανισμούς μείωσης της ελευθερίας επιλογών των ατόμων, όπως αναλύω και στη θεωρία μου για το κυβερνοπτικό. (κάμερες, έλεγχος του DNA, παρακούθηση όλων των επικοινωνιακών σχέσεων των ατόμων, κλπ )
Επομένως το αμέσως επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε είναι: πώς δημιουργούμε ελεύθερα γνώση;
Tuesday, November 27, 2007
Brain school machines


